Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Έλλη Μιχαηλίδου μια ρηξικέλευθη Λεμεσιανή με πρωτοποριακές ιδέες για τη χειραφέτηση της γυναίκας.



ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕ Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΛΑΝΙΤΗ ΣΤΙΣ 29 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2008


Του Τίτου Κολώτα Δημοσιογράφου-Ερευνητή της Ιστορίας της Λεμεσού

Θα απορείτε ίσως ποιες είναι αυτές οι ωραίες και μοιραίες κυρίες και τι σχέση μπορούν να έχουν μεταξύ τους. Επικαλούμαι την υπομονή σας και θα μάθετε. Η πρώτη κυρία είναι η Μαρία Βοναπάρτη. Η δεύτερη είναι η κυρία Έλλη Μιχαηλίδου εκ Λεμεσού της Κύπρου.

Ανοίγω λοιπόν μια μικρή παρένθεση από το κύριο θέμα της εισήγησης μου για να υπενθυμίσω ποια ήταν η Μαρία Βοναπάρτη σε όσους τυχόν την αγνοούν και πως και γιατί την θυμήθηκα:

Η πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη (1882-1962) ήταν μικρανεψιά του Μεγάλου Ναπολέοντα της Γαλλίας. Το 1907, παντρεύτηκε τον Πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας. Έκτοτε ήταν γνωστή ως «Πριγκίπισσα Γεωργίου Μαρία».

H προσωπικότητα της Μαρίας Βοναπάρτη υπήρξε σύνθετη, παθιασμένη, μοναδική: πριγκίπισσα, πάμπλουτη κληρονόμος, σύζυγος γιού Έλληνα βασιλιά. Η συνάντηση της με τον Φρόυντ ήταν ασφαλώς η καθοριστική στη ζωή της. Έγινε μαθήτρια και φίλη του στενή και γίνεται διάσημη ψυχαναλύτρια με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και στόχο να ερευνήσει και απελευθερώσει την γυναικεία σεξουαλικότητα.

Έχοντας πίσω της κατά τις δεκαετίες 20, 30 και 40 μια πολύ πλούσια και σε πολλά θέματα ψυχολογίας και κοινωνιολογίας βιβλιογραφία, κατά τα τέλη της δεκαετίας αυτής αρχίζει να ασχολείται συστηματικά και να γράφει για τη γυναικεία σεξουαλικότητα και την απελευθέρωση της - μεταξύ πολλών άλλων - όπως το «De la sexoualite de la Femme» ( δηλαδή «Περί της γυναικείας σεξουαλικότητας») το 1949 και παρακαλώ σημειώστε και να θυμάστε τη χρονολογία για τη συνέχεια.
Η ιστορία της σχέσης της με τον Σίγκμουντ Φρόυντ και ο τρόπος με τον οποίο βοήθησε τη διαφυγή από τη Γερμανία του ίδιου και της οικογένειας του, για να γλυτώσει από τη χιτλερική λαίλαπα, έγινε ως γνωστό το 2004 κινηματογραφική ταινία, με τίτλο Πριγκίπισσα Μαρία, σε σκηνοθεσία του Benoît Jacquot, με την Κατρίν Ντενέβ ως Μαρία Βοναπάρτη και τον Heinz Bennent ως Σίγκμουντ Φρόυντ.

Κουβεντιάζοντας με την κυρία Έλλη Μιχαηλίδου και ρωτώντας την αν τον καιρό που αποφάσισε να αποτινάξει τον ζυγό της ανδρικής και κοινωνικής καταπίεσης και να δημοσιοποιήσει τις απόψεις της περί της γυναικείας απελευθέρωσης, είχε μήπως διαβάσει κάπου περί της Μαρίας Βοναπάρτη και του έργου τους, φοβόμουνα μην ακούσω την απάντηση «ναι»! Δεν είχε ιδέα μου είπε! Χάρηκα! Τηρουμένων λοιπόν των αναλογιών, ιστορικών, κοινωνικών, τοπικών και άλλων θα τολμούσα επομένως να χαρακτηρίσω την Έλλη Μιχαηλίδου ως την Μαρία Βοναπάρτη της Κύπρου!

Η Έλλη Μιχαηλίδη γεννιέται το 1915 και μεγαλώνει μέσα σε ένα μικροαστικό σπίτι μιας πολύ μικροαστικής και υποκριτικής ηθικά αναπτυσσόμενης Λεμεσού του μεσοπολέμου, και του μεταπολέμου, με ό,τι εξυπακούεται.

Πατέρας, της ο Αριστόδημος Μιχαηλίδης πρώτος υποδιευθυντής της μόλις ιδρυθείσας Τράπεζας Αθηνών, άνθρωπος αυστηρών ηθικών αρχών και εξέχον στέλεχος του τεκτονισμού στη Λεμεσού. Η μητέρα της Χριστίνα, καλλιτεχνική φύση, πιανίστρια κι αυτή υπήρξε μαθήτρια της μεγάλης δασκάλας της Λεμεσού Πολυξένης Λοϊζιάδος της πρώτης φεμινίστριας της Κύπρου. Από τη μητέρα της η Έλλη κληρονόμησε σίγουρα το μουσικό της ταλέντο αλλά πιθανόν και τις ευαισθησίες, τις ιδεολογικές καταβολές και την ανατρεπτική φύση του καλλιτέχνη. Θείος της και μέντορας της, ο δάσκαλος του πιάνου και στενός συνεργάτης του μεγάλου μουσουργού Σόλωνα Μιχαηλίδη.

Η Έλλη Μιχαηλίδου σπούδασε ξένες γλώσσες στην Ιδιωτική Σχολή Ξένων Γλωσσών της Αθηναΐδας Λανίτη και πήρε δίπλωμα Ιταλικής από το Τέρρα Σάντα της Λεμεσού. Πιάνο σπούδασε πρώτα στο Cyprus School of Music της Λευκωσίας που ίδρυσε ο τότε Κυβερνήτης Στένταλ Στόρς και με καθηγητή τον Ησαΐα Καλμάνοβιτς.

Στη συνέχεια από τις πρώτες μαθήτριες του διεθνούς φήμης μουσουργό Σόλωνα Μιχαηλίδη που εντωμεταξύ ήρθε και εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό και δημιούργησε το Ωδείο του. Αποκτά δίπλωμα του Trinity School of Μusic του Λονδίνου. Γίνεται καθηγήτρια θεωρίας και σολφέζ. Μαζί του και στις συναυλίες και μουσικές του παραστάσεις.

Ας έλθουμε όμως στο θέμα μας.

Την εποχή εκείνη στη ραγδαία αναπτυσσόμενη Λεμεσό, «καθώς πρέπει» κύριοι της αστικής και μεγαλοαστικής τάξης της πόλης γκαστρώνουν τις δούλες τους ( μιλώ με όρους της εποχής) και στη συνέχεια τις διώχνουν για να διώξουν την ντροπή από το σπίτι τους και να αποκατασταθεί έτσι και η «καθώς πρέπει» κοινωνική ηθική τάξη της εποχής. Εκείνες καταλήγουν συνήθως στα μπορδέλλα της πόλης και τα «μούλικα» τους στα ορφανοτροφεία ή στη ζητιανιά. Τέτοια κλασική περίπτωση ο γνωστός τύπος της εποχής Αρκοντής. Υπεράνω λοιπόν όλων η ηθική τάξη άρα και η καταπίεση επιθυμιών και παθών της γυναίκας και απόλυτη υποταγή της στον άντρα αφέντη.

Μπορεί να παρουσιάζομαι λίγο σκληρός για τη Λεμεσό της εποχής εκείνης όμως την ιστορική αλήθεια δεν έχει κανένας το δικαίωμα να την αποκρύβει και να την παρασιωπά, πολύ περισσότερο ο ομιλών που υπηρετεί με πάθος την λαμπρή ιστορία της Λεμεσού και την αναδεικνύει με πολλούς τρόπους σε όλες τις θετικές της εκφάνσεις και πλευρές.

Μέσα λοιπόν σ αυτό το υποκριτικό κοινωνικό κλήμα της εποχής, μια νεαρή κυρία της πόλης αποφασίζει να σηκώσει από μόνη της το βάρος της αποτίναξης του ζυγού της καταπίεσης και της ψευδοηθικής και να κάνει κάτι πολύ, μα πολύ επαναστατικό, με τα μέτρα της εποχής της.

Στέλλει ένα πρώτο άρθρο στην εφημερίδα της Λεμεσού «Παρατηρητής» στα τέλη του Φεβρουαρίου του 1947 με τίτλο «Η γυναίκα και η εξίσωσης της με τον άντρα» στο οποίο καταγγέλλει ανάμεσα σε πολλά άλλα την υποκριτική κοινωνία που ζει και την ανάγκη να αποτινάξει η σύγχρονη με αυτή γυναίκα το ζυγό της ανδρικής και κοινωνικής καταπίεσης.

Ενθαρρυμένη από την ευνοϊκή ανταπόκριση που είχε ανάμεσα στις γυναίκες του κύκλου της αλλά και σε πολλούς προοδευτικούς άνδρες, αποφασίζει ένα δεύτερο, μεγαλύτερο άλμα και δημοσιεύει στην ίδια εφημερίδα έκδοσης 16 Μαρτίου ένα δεύτερο άρθρο με τον επαναστατικό για την εποχή τίτλο «Η Γυναίκα και τα δικαιώματα της στον έρωτα».

Η γλώσσα της τολμηρή, ρηξικέλευθη και «σερνική», μα ταυτόχρονα τρυφερά θηλυκή και ρομαντική.

Μια κραυγή διαμαρτυρίας, ακόμα και απελπισίας θα μπορούσαμε να πούμε, μέσα σε ένα κοινωνικό όπως είπαμε περίγυρο μιας μικροαστικής Λεμεσού της δεκαετίας του 40 με την υποκριτική ψευδοηθική της.
Σας το διαβάζω:

«Η κοινωνία με τα υποκριτικά ήθη και έθιμα της επιτρέπει στους άνδρες κάθε ελευθερία στον έρωτα και την θεωρεί μάλιστα πολύ φυσική, ενώ απεναντίας επιβάλλει στη γυναίκα μιαν πουριτανική αγνότητα η οποία την εξαναγκάζει να ζη μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα υποκρισίας και φανατισμού.

Και πραγματικά στο σεξουαλικό ζήτημα η γυναίκα υστερεί πολύ από τον άνδρα, δεν υπάρχει καμμιά ελευθερία γι' αυτή. Όλα πρέπει να τ ' απολαύση εγωιστικά ο άνδρας ο οποίος φαντάζεται ότι όλα χωρίς εξαίρεση, είναι στη διάθεση του, όλα καμωμένα για την απόλαυση του.

Αυτός να γλεντήση, αυτός να διασκέδαση δηλ. να πλανέψη, ν' αδικήση, να καταστρέψη το πάν στο πέρασμα του αρκεί να διασκέδαση εγωιστικά αυτός, μονάχα αυτός.

Ο άνδρας λοιπόν, ο φοβερός αυτός εκμεταλλευτής της γυναίκας, που τόσα χρόνια την είχε υποχείριο του και την μεταχειριζότανε σα σκλάβα του, έχει τον άγριο εγωϊσμό που από μικρό παιδί του φυτέψανε στο μυαλό οι δικοί του, ότι είναι άνδρας κι έτσι αφού είναι άνδρας έχει ελεύθερο πεδίο δράσεως: μπορεί να κάνη ότι θέλει για να γλεντήση τη ζωή του όσο το δυνατό πιο ευχάριστα αδιαφορώντας για τις αδικίες που σκορπά γύρω του, για τις δυστυχισμένες αυτές γυναικείες υπάρξεις τες οποίες αφού μολύνη με τα βρώμικα του χέρια τες πετά στον δρόμο σα κουρέλια για να βρεθή δίχως άλλο πάλι, κανένα άλλο πειναλέο κινάριο να τες παραπλανέση με τη σειρά του και να τες εγκατάλειψη στη τύχη τους όπως κάνανε προηγουμένως οι άλλοι. Και τότε είναι εύκολο να μαντεύση κανείς την τύχη των δυστυχισμένων αυτών γυναικών οι οποίες δεν είναι άλλο παρά θύματα της εγωπάθειας και σαρκολατρείας των ανδρών. Αλοίμονο σ' αυτές σαν τύχη και παραστρατήσουνε άθελα τους. Θα τους κλείση κατάμουτρα την πόρτα η κοινωνία ολόκληρη. Καμμιά χαρά, καμμιά ευτυχία δεν τες περιμένει πια.

Παντού περιφρονημένες, παντού καταδιωγμένες αναγκάζονται άθελα τους ν' ακολουθήσουνε τον δρόμο που τους χαράξανε άλλοι. Κι' όπως το θαλασσοδερμένο καράβι που το κτυπούνε απ' όλες τις μεριές τα μανιασμένα στοιχεία της φύσεως χωρίς να κατορθώση να βρή κάποιο απάνεμο ακρογιάλι για ναμπόρεση ν'αράξη έτσι κι' οι δυστυχισμένες αυτές γυναικείες υπάρξεις, ριγμένες μέσα στην φουρτουνιασμένη αυτή ανθρωποθάλασσα που λέγεται «κοινωνία», βρίσκονται μια μέρα ανυπεράσπιστες στην κτηνώδη διάθεση του ενός και του άλλου χωρίς ποτέ να μπορέσουνε να βρούνε το ειρηνικό λιμάνι της ζωής τους.

Και ποιος είναι ο υπαίτιος γι αυτά όλα; Ποιος άλλος παρά ο τόσον ατομικιστής, ο μέχρι παθολογίας υλιστής και σαρκολάτρης άνδρας. Αυτός που δεν νοιάζεται για κάθε του βέβηλη πράξη, που δεν συναισθάνεται το σφάλμα του γιατί έχει πωρωμένη τη συνείδηση του. Μπορεί να κάνει τα αίσχιστα χωρίς το ελάχιστο να ερυθριάση γιατί βασίζεται πάνω στην ελευθερίαν αυτή την λεγομένη «πολυγαμία» που του δίνει ή μάλλον που αυτός ο ίδιος δίνει στο δικό του φύλο. Και μήπως όλοι τους δεν εφαρμόζουνε την ίδια τακτική; Δεν βαδίζουνε με το ίδιο πνεύμα προς τον ίδιο καταστρεπτικό σκοπό; να χυμίζουνε σαν «αρπακτικά όρνεα» πάνω στη λεία που κυνηγούνε απλώς και μόνο για να ικανοποιήσουνε το τόσο ατομικιστικό ανδρικό «Εγώ» τους.

Κανένας όμως δεν θα κατακρίνη τες πράξεις τους, κι' όλοι ανεξαιρέτως θα τους υπερασπίσουνε. Γιατί όμως αυτό; «Γιατί είναι άνδρες,» θα σου απάντηση ο χαζόκοσμος, και «πρέπει να γλεντήσουνε τη ζωή τους». Απεναντίας η γυναίκα είναι πάντα ο αποδιοπομπαίος τράγος. Κάθε της λέξη, κίνηση, πράξη θα σχολιασθή. Όλοι θα στραφούνε εναντίον της για να την κατηγορηθούνε. Την ονομάζουνε ανήθικη γιατί έτυχε ν' αγαπήση ένα άνδρα, ο οποίος με πλάνα λόγια και χίλιες δυο ψεύτικες υποσχέσεις κατόρθωσε να την ξεγελάση - ηρωισμός βλέπετε αυτός, να ξεγελάση κανείς μια γυναίκα - και δεν ονομάζουνε ανήθικον αυτόν τον ίδιον άνδρα ο οποίος έχει ξεγελάσει τόσες και τόσες γυναίκες, έχει περπατήσει πάνω σε τόσα θύματα για να ρουφήξη και την τελευταία μικρούτσικη σταλαματιά μήπως και του ξεφύγη καμιά - από το ποτήρι της ηδονής. Πρέπει λοιπόν η γυναίκα να υφίσταται τόσος εξευτελισμούς τόσα δεινοπαθήματα μόνο και μόνο για την εγωϊστική απόλαυση του «άρρενος»;

Γιατί λοιπόν να υπάρχη η ανισότης αυτή μεταξύ των δύο φύλων; Γιατί ο άνδρας νάναι ελεύθερος να κάνει ότι θέλει; Γιατί μονάχα αυτός ν'απολαμβάνη εγωιστικά τον έρωτα εις βάρος της γυναίκας; Η μήπως ο Έρως, ο φτερωτός αυτός γυιός της Αφροδίτης είναι αποκλειστικά γεννημένος γι αυτόν; Ποιος τούδωσε το δικαίωμα αυτό; Η φύσις; Μα μήπως αυτή θάτανε τόσο άδικη απέναντι στη γυναίκα - το ωραίο αυτό κομψοτέχνημα της - από του να της στερή το υπέρτατο αυτό αγαθό της το οποίον ονομάζεται «Ερως»; Όχι, χίλιες φορές όχι. Η φύσις έχει δώσει στη γυναίκα τα ίδια δικαιώματα στον έρωτα όπως και στον άνδρα και όποιος ζήτηση να την περιφρόνηση είτε από σεμνοτυφία, είτε από εγωϊσμό, αργά ή γρήγορα θα εκδικηθή.

Προς τι λοιπόν η πουριτανική αυτή υποκρισία; Γιατί πάντα να θέλουμε τη γυναίκα να παρουσιάζεται καμουφλαρισμένη; Μήπως δεν είναι κι' αυτή καμωμένη από σάρκα και οστά όπως ο σύντροφος της άνδρας; Δεν ζεί κάτω από τον ίδιον ουρανό; Δεν αναπνέει τον ίδιον αέραν; Δεν υποτάσσεται κι αυτή σαν αυτόν -όπως και κάθε τι που υπάρχει στο ζωικό και φυτικό βασίλειο -στον ισχυρότερο νόμο της φύσεως πούναι ο νόμος της αγάπης;

Είναι καιρός πια να τινάξουμε τον ζυγό των μεσαιωνικών αυτών αντιλήψεων οι οποίες φωλιάζουνε μέσα σε πνεύματα πολύ οπισθοδρομικά. Το ετοιμόρροπο αυτό οικοδόμημα οφείλει να κατάρρευση μια ώρα γρηγορότερα καθώς και οι φραγμοί που μας χωρίζουνε από το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Μονάχα μ' αυτό τον τρόπο θα μπορέσουμε να γεφυρώσουμε το απέραντο χάος που από αιώνες τώρα μας χωρίζει από το αθάνατο ελληνικό μεγαλείο.

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσανε τον έρωτα ως το αίσθημα το πιο ωραίο, το πιο ιερό, το πιο ενάρετο, αυτό πού τους εξύψωνε, πού τους ενέπνεε να γράφουνε τα' αριστουργήματα τους, αυτό πού τους χάριζε τα νειάτα, τη χαρά αυτή της ζωής. Γι αυτό είχανε στήσει κι' άγαλμα του Υμέναιου με την ακόλουθη αφιέρωση: « Στον Υμέναιο που βραδύνει τον ερχομό των γηρατειών». Ο Έρως ήτανε γι αυτούς κάτι το φυσικό, το απαραίτητο για κάθε άνθρωπο είτε άνδρας ήτανε είτε γυναίκα, γι αυτό και συνηθίζανε να λέγουν: « ουκ αισχρόν ουδέν των αναγκαίων βροτοίς» το ίδιο ακριβώς που λέγουνε οι σημερινοί Άγγλοι οι οποίοι το πήρανε λαθραίως από τους Ελληνες: «what is natural is not descraceful» δηλ. κάτι πού είναι φυσικό δεν είναι κι' ατιμωτικό.

Πιο κάτω ο Βολταίρος λέγει: « Ο άνθρωπος είναι πάρα πολύ αδύνατος για να δαμάση την φύση». Και τέλος η ιατρός Gina Jombrosi : «Είναι μάταιο ν' αντιτίθεται κανείς σ' ότι θέλει η φύσις». Όλες αυτές οι τόσον γνωστικές σκέψεις και τόσες άλλες πόχουνε γραφτεί κι' εξακολουθούνε ακόμη να γράφωνται για τον έρωτα δεν αφορούσανε μονάχα το ανδρικό φύλο αλλά και το γυναικείο μαζύ. Γι αυτό λοιπόν τον λόγο ο έρως δεν πρέπει να θεωρείται ανηθικότης, ούτε διαφθορά, αλλ' ότι φυσικό κι' επομένως αγνό, καθάριο, άδολο.

Η γυναίκα στενάζει κάτω απ' τη βαρεία άλυσο που τη δεσμεύει κι' ασφυκτιά μέσα στο πυκνό σκοτάδι που την περιλούζει.

Τα νεανικά της χρόνια διαβαίνουνε κουκουλωμένα μέσα στον πένθιμο γεροντικό μανδύα. Τα σφριγηλά της νειάτα φωνάζουνε: «Αγάπη! Αγάπη!» αλλά η φωνή της χάνεται, πνίγεται κάτω από το βαρύ πέπλο της υποκρισίας. Η αλυσοδεμένη της καρδιά θέλει να σπάση τα δεσμά για να πηδήση έξω ελεύθερη, στον ήλιο στον καθαρό αέρα στο φως. Θα το κατορθώση όμως κάποτε; Γιατί όχι, όταν υπάρχει θέλησις, υπάρχει τρόπος. Κι ο τρόπος αυτός είναι ο ακόλουθος:

Κάθε γυναίκα οφείλει να διεκδίκηση τα δικαιώματα της στον έρωτα, την υπέρτατη αυτή χαρά της ζωής, να διακήρυξη, σαν ανθρώπινο όν, το δικαίωμα που έχει κι' αυτή στην αναζήτηση της ατομικής ευτυχίας μέσα στα όρια του ιδίου δικαιώματος του άρρενος. Κι αυτό θα επιτευχθή όταν εμείς οι ίδιες οι γυναίκες, στρέψουμε τα νώτα σε κάθε ανιφεμινιστική ιδέα. Με τέτοιο τρόπο θ' αφήσουμε τη γυναίκα ελεύθερη ν' ακολουθήση την φωνή της καρδιάς της, ελεύθερη ν' αγαπήση και ν' αγαπηθή γιατί η αγάπη - ο Έρως - ο τυφλός αυτός θεός, συνηθισμένος να πετά φιλελεύθερα, με διάπλατα ανοιχτές τις φτερούγες του, και να σκορπά τριγύρω τα μαγικά του τόξα, δεν ανέχεται κανένα περιορισμό, όσο τον δεσμεύει κανείς τόσο και πιο πολύ θεριεύει.

Το ζήτημα αυτό της χειραφετίσεως της γυναίκας και της εξισώσεώς της με τον άνδρα, απασχολεί πολύ τον θηλυκόκοσμο ο οποίος περιμένει ανυπομόνως, την απολύτρωση του από την σεξουαλική σκλαβιά, γιατί πραγματικά είναι τόσο άδικο για μια γυναίκα να υφίσταται τες συνέπειες ενός παράλογου κοινωνικού νόμου, μιας απηρχαιομένης κοινωνικής προλήψεως και σκωροφαγομένης νοοτροπίας, χωρίς να μπορή να τα μετατρέψη γιατί δεν της το επιτρέπουνε οι κοινωνικές συνθήκες, τα κοινωνικά αυτά λεγόμενα «κατά συνθήκη ψεύδη» κάτω από τα οποία φωλιάζει η υποκρισία και ο Φαρισαϊσμός.»
Κυρίες και κύριοι, η κυρία Έλλη Μιχαηλίδου, μεγάλη αυτή πρωτοπόρος γυναίκα της Λεμεσού, 93 χρονών σήμερα είναι ανάμεσα μας. Την παρακαλώ να έρθει εδώ να τη γνωρίσετε και θα ήταν ενδιαφέρον να μας έλεγε κι αυτή δυο λόγια.
Ανεβαίνοντας στο βήμα η κυρία Μιχαηλίδου αφηγείται τι ακολούθησε του δημοσιεύματος.

1 σχόλιο:

bangungot είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.