Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Ο Σιερεπεκλής και ο Κολώτας


Γράφει η
Άννα
Μαραγκού


Και οι δυο συνότζαιροι και συνοδοιπόροι. Κουβαλούν καμιά πενηνταριά χρονάκια στη ράχη τους γεμάτα ιστορίες, ανδρα­γαθήματα, επαναστάσεις και περιπέτει­ες, και δεν παίρνουν τίποτα πίσω. Ο εις εκ Πάφου ορμώμενος, ο δε εξ Άρσους! Ο πρώτος από τη γη της μεγάλης Θεάς της επαφής, ο δεύτερος από την άσπρη γη του Στάφυλου και του Οινοπίωνα. Και οι δύο να ισορροπούν επικίνδυνα και προκλητικά σε τούτη τη Ντουπαϊκή περίοδο της ιστορίας μας! Και οι δύο να ανοίγουν διάπλατα τα σώψυχά τους που δεν κρύβονται με τίποτα. Ο Σιερεπεκλής στην ευ­θεία της τεθλασμένης, δηλαδή στην κατά μέτωπο σύγκρουση. Ο Κολώτας στη γλυκιά σαρκική επαφή του πωρόλιθου, να αγγίζει, να νιώθει και να πονά. Στο μή­να Φλεβάρη του 2009 και ο ένας και ο άλλος αποφάσι­σαν να δείξουν το έργο τους, το εσωτερικό και το εξωτερι­κό. Όσοι τους γνωρίζουν κα­λά, ξέρουν ότι και τα δύο εί­ναι ταυτισμένα με τον εαυτό τους, όχι αυτόν που βλέπουμε καθημερινά, αλλά αυτόν που βιώνουν οι ίδιοι στις ευτυχισμένες τους στιγμές. Ο Σιερεπεκλής αράδιασε στο άσπρο φόντο της No Gallery, της πά­λαι ποτέ Λευκωσίας, μια σειρά από τις πρόσφατες φωτογραφίες του. Μπαίνοντας στο χώρο αριστερά στοιχειοθέτησε τις αρχιτεκτονικές, αυτές που ανα­ζητούσαν τις γραμμές «των οριζόντων», όπως λέει ο
Καββαδίας. Κάθετες, οριζόντιες, κυκλικές και κε­κλιμένες όπως οι φωταγωγοί του, οξυκόρυφες όπως ο λόγος του. Ο κόσμος για τον καλλιτέχνη αποτελεί και αποτελείται από σύνθεση γραμμών, που οδη­γούν σε ξέφωτα ή λαβυρίνθους. Χωρίς Αριάδνες και μίτους! Η μόνη εξάρτηση η αρχή και το πλαίσιο. Χωρίς πισωγυρίσματα, χωρίς ψευδαισθήσεις και οράματα, σταθερός, ενίοτε ευθυγραμμισμένος, ίσως και κυκλικός. Ή παίρνεις τη γραμμή σου ή αυτή σε εγκαταλείπει και χάνεται στο άπειρο. Κι όμως, η δεξιά πλευρά της έκθεσης, τα βουνά και τα χώματα, οι θάλασσες και οι σκουριασμένες μνήμες είχαν εκπλήξεις, συναίσθημα και θεληματικές παραπο­μπές στη φύση, στην ύλη και στο χρόνο... που όσο και να θέλει ο καλλιτέχνης να απομακρυνθεί από αυ­τές, εκείνες πεισματικά τον ακολουθούν και δεν τον εγκαταλείπουν. Όπως δεν εγκαταλείπουν οι πέτρες και οι προσόψεις, τα παράθυρα και τα ξω-πόρτια της Λεμεσού τον Κολώτα, που οδεύει και κοντοστέκεται ανασκαλίζοντας ερείπια και γνώ­σεις, όλα ανακατεμένα με συναισθήματα θλίψη, και καμπόση αρμύρα. «Οι πέτρες είναι πράμα δύ­σκολο κι ατίθασο! Κουβαλάνε μνήμες σκληρές, δε συχωράνε κι όποιος κιοτέψει στην ψυχή τον ενθυ­μούνται και δεν του χαρίζονται», γράφει στο βι­βλίο του Μνήμες στην Πέτρα, ποίηση και φωτο­γραφίες μιας πόλης που έφυγε αλλά δεν ξεχάστη­κε. Ο Κολώτας και η Λεμεσός είναι ένα, μου θυμί­ζουν λίγο την αγάπη και τη γνώση του μοναδικού Πλούτη Σέρβα. Η Λεμεσός παράγει κόσμο με ου­σία αλλά και με σθένος, σε αντίθεση με τους Χω­ραΐτες, που πάνε με τον άνεμο και την καταχνιά! Η Λεμεσός βγάζει ανθρώπους που είναι δεμένοι με τον τόπο όχι μόνο στα σώψυχά τους, αλλά και στις πράξεις τους, δεν είναι τυχαίο που ο Σώζος ήταν Λεμεσιανός! Περπατά ο Κολώτας στη σημερινή του πόλη και την ρουφά, όπως το καφεδάκι του. Είναι σαρκική η επαφή του Κολώτα με τη Λεμεσό, δεν είναι παίξε γέλασε. Δύο άνθρωποι, δύο κόσμοι δια­φορετικοί και τόσο όμοιοι. Κοινός παρονομαστής και των δυο η παρουσία τους στα πράγματα, το πέ­ρασμα από τη ζωή δεν είναι ούτε ανούσιο, ούτε άχρωμο. Είναι μια κατάθεση έργου, πόνου και στά­σης ζωής. Μια συνεχής κυοφορία κόντρα στους ανέ­μους και τις θύελλες, την απραξία και την αφασία. Τους χαιρετίζω αμφότερους, τους εύχομαι καλό κου­ράγιο για τα μελλοντικά τους ταξίδια στο χώρο και το χρόνο. Ο τόπος τους χρειάζεται.


Από την κυριακάτικη στήλη της Άννας "ΑΦΑΝΕΡΩΤΑ " στην εφημερίδα Πολίτης. Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Το σημείωμα στον Μάριο και το διασκευασμένο ποίημα

«Μάριε μου,
«Κάπως»… καθυστερημένα σου στέλλω μια παραλλαγή του αρχικού ποιήματος για τη Λεμεσό.
Δεν ξέρω πόσο κατάλληλο είναι για μελοποίηση, μια και εξέφρασες μια τέτοια πρόθεση.
Περιμένω παρατηρήσεις σου για πιθανές αλλαγές και περαιτέρω βελτιώσεις.
Εύχομαι να είσαι πάντα καλά.
Απρίλης 2007»


Λεμεσός, γεύσεις από άλλες εποχές
Στους Μάριο Τόκα και Νίκο Ζάμπογλου, τους αυθεντικούς και αθεράπευτα λεμεσιανούςΛεμεσός αγαπημένη!
Στα καλοκαιρινά σου δειλινά
μνήμες που πληγώνουν.
Τον παρεπιδημούντα και «ενοχλούντα» μεγάλο ποιητή
εις Ίδρυμα για να τελευτήσει εν ειρήνη, απηλλάγησαν.
Γι αυτό και ο αυτόχθων μέτοικος του λόγου ο τεχνίτης
Σε φιλοφρόνησε υπερβαλλόντως όντως,
ως « των αστόχαστων η πόλη».
Μέσα στα στενά σου τα δρομάκια οι δυο «τρελοί» σου
αγκαλιάζονται παίζοντας σαν τα μικρά παιδιά
απάντηση στο μύθο για έχθρα των φυλών.
Έτσι μες στις πολλές μας αντιφάσεις και σε μύθους
βιώνει και βιώνεται η πόλη ετούτη.
Τρελή και άναρχη.
Μάγισσες κάποτε της Συκαμινιάς και της Πλατείας της Κουνναπιάς
Μες στα βαθειά μεσάνυχτα καταμεσής του δρόμου
γυμνές τρομοκρατούσανε μειράκια και αφελείς κυράδες .
Μες στα σοκάκια του Ζιγκ-Ζάγκ και των Κεσογλουδιών
νέοι την παρθενιά τους σε οίκους ανοχής εναποθέτουν
με πόρνες πρώην δούλες των άλλων, των «καθώς πρέπει οίκων».
Μητέρες αυτές μπάσταρδων παιδιών
των κραταιών και καθώς πρέπει ερίτιμων και σεβαστών τους αφεντάδων.
Και της πόλης οι πανθομολογουμένως όμορφες κόρες;
Δέσποινες εκείνες ακριβές παρθένες μες τα χρυσά τους κάστρα!
Να φαντασιώνουν μονάχα να μπορούν.
Πρέπει να περιμένουν…
Σε παρθενικό κουτί
την ηθική τους διπλοαμπαρωμένη να παραδώσουν «εις γάμου κοινωνία».
Σε κοινωνία ηθική που όλο μονόδρομα οδεύει.
Αριστοκράτισσες κυράδες
απ’ τα Παρίσια φέρνανε μουσελίνες λαμπερές.
Απ’ τα κεφάλια των ανδρών φύγανε τα φέσια
κι έβαλαν παρισινά ψαθάκια.
Έτσι να μοιάζουνε σχεδόν στους άγγλους τους φλεγματικούς και νέους αφεντάδες.
Με παραμύθια κι όνειρα τρεφόταν πάντοτε τούτη η πόλη!
Λεμεσός μου, λατρεμένη πόλη των άλλων εποχών
Στα υγρά ειδυλλιακά καλοκαιρινά σου δειλινά
ιστορίες ατέλειωτες σημείων και τεράτων.
Και μνήμες που πληγώνουν.
Όμως στης Λεμεσού την πόλη υπήρχανε κι αθώοι
που τον θάνατο μετρούν,
κι ο θάνατος ήταν το μέτρο:
«Memento mori» διαλαλεί
ο αιθεροβάμων στοχαστής των μεταφυσικών
και «carpe diem».
Ταξιδευτής αυτός από άλλους κόσμους,
της ψυχροτάτης και φλεγματικής της γης της Εσπερίας
σ’ τούτη την πόλη την μικρή την αντιφατική
μα έξοχα ωραία!.
Λεμεσός μου, πόλη αγαπημένη,
με ταξίδια του μυαλού μόνο σε μνήμες πάω
Που κάποτε πονάνε μα πάντοτε σε νοσταλγίες με οδηγούν.

ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΗ "ΜΝΗΜΕΣ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ"

Ένα τραγούδι που δε γράφτηκε και δε θα γραφτεί ποτέ…
Όταν το Φθινόπωρο του 2007- το τόσο δύσκολο και τόσο επίπονο γι αυτόν- ο Μάριος Τόκας, ο Μάριος μας, βρισκόταν στην Πανεπιστημιακή Κλινική του ΄Οφφενμπαχ κοντά στον καθηγητή και φίλο του Νίκο Ζάμπογλου, οι δυο τους περνούσαν ώρες ατέλειωτες κουβεντιάζοντας για την κοινή μεγάλη τους αγάπη, τη Λεμεσό.
Αναπολούσαν χώρους, στιγμές, πρόσωπα και πράγματα από το παρελθόν μα και το σήμερα της. Πότε με χαρά και πότε με λύπη μα πάντα με νοσταλγία για γλυκές όμορφες στιγμές που έζησαν και οι δυο αυτοί ρομαντικοί και αδιόρθωτα λεμεσιανοί.
Με έπαιρναν τότε στο τηλέφωνο να με ρωτήσουν κάτι που ξεχνούσαν η που τους διέφευγε από την ιστορία της πόλης ή για τους ανθρώπους της, αφού με τιμούσαν και οι δύο –εκτός από καλό φίλο- και ως «ειδήμονα περί των λεμεσιανών».
Κάθισα τότε κι έγραψα ένα ποίημα για τη Λεμεσό με νύξεις στην ιστορία της, τους ανθρώπους της, τα καλά μα και τα κακά της, αφού οφείλουμε να λέμε κι αυτά χωρίς δισταγμούς και που είναι πολύ λιγότερα από τα πρώτα.
Το ποίημα το αφιέρωσα και στους δυο ως «αυθεντικούς και αθεράπευτα λεμεσιανούς».
Η ανταπόκρισή τους ήταν για μένα μια καλοδεχούμενη έκπληξη. Ίσως και κάτω από τη συναισθηματική φόρτιση της νοσταλγίας τους για τη Λεμεσό και των δύσκολων συνθηκών και στιγμών που περνούσαν , να το βρήκαν τόσο καλό και να κατασυγκινήθηκαν κατά που μου λέγαν .
Ο Μάριος εξέφρασε αμέσως την πρόθεση να το μελοποιήσει μόλις θα επέστρεφε με το καλό στην Αθήνα μετά τη θεραπεία του, ζητώντας μου να το διασκευάσω κατάλληλα. Ήθελε μόνο να το μιλήσουμε και να του εξηγήσω κάποιες καταστάσεις στις οποίες έκανα αναφορές σ’ αυτό και δεν τις γνώριζε. Παρά το δύσκολο του ύφους του, το «συμμάζεψα», το μίκρυνα σημαντικά, το απλοποίησα από καταστάσεις, το «διασκεύασα» και το άφησα να κοιμάται, διστάζοντας να του το στείλω.
Τα Χριστούγεννα του 2007 που ήρθαν στην Κύπρο, ο Νίκος Ζάμπογλου, διοργάνωσε ένα ωραίο γλέντι στη «Μικρή Σαλαμίνα» του γλύπτη Φίλιππου Γιαπάνη, για να τραγουδήσουμε , όπως του το υποσχέθηκε με αισιοδοξία όταν περνούσε τις δραματικές στιγμές της θεραπείας του. Αυτό έμελλε δυστυχώς να ναι και το τελευταίο της ζωής του…
Με «μάλωσε» τότε ο Μάριος που δεν του το είχα στείλει ακόμα. Μου ζήτησε και πάλι να το κάνω στέλλοντας του το με τηλεομοιότυπο στην Αθήνα, για να το βρει και να το δουλέψει μόλις θα επέστρεφε. Όμως και πάλιν καθυστερούσα να το στείλω. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως από μια υποσυνείδητη απροθυμία δεν ήθελα να βιαστώ ώσπου γίνει εντελώς καλά. Ούτε προς στιγμή δεν περνούσε από το μυαλό μου να βιαστώ να το στείλω μήπως και η αρρώστια του δεν τον αφήσει να το κάνει. Ξόρκιζα ίσως έτσι κι εγώ με τον τρόπο μου το κακό που τον βρήκε, παρόλο που γνώριζα το δύσκολο της κατάστασης.
Όταν πήρα την απόφαση να το στείλω ήταν ήδη αργά… Ο Μάριος εκείνες τις μέρες έμπαινε στην κλινική από όπου δυστυχώς δε θα έβγαινε ζωντανός…
Δεν ξέρω αν οι στίχοι αυτοί έχουν πράγματι μια κάποια λογοτεχνική και πολύ περισσότερο στιχουργική αξία ή αν ήταν η νοσταλγία που έκανε και τους δυο να το βλέπουν έτσι. Θεωρώ εντούτοις ανάγκη, έτσι για να προσθέσω μια μικρή ψηφίδα στο έργο που ο Μάριος δεν πρόλαβε να τελειώσει (και είχε τόσα πολλά ακόμα να μας δώσει αν δε ζήλευε ο Θεός γιατί τον είχαμε ανάμεσα μας και να θελήσει να τον έχει αυτός ) και να δημοσιοποιήσω τη δεύτερη γραφή, αυτή της διασκευής για τραγούδι. Ο Μάριος το είχε κρίνει αξιόλογο και το ήθελε κι αυτό είναι το ΜΟΝΟ που μετρά για μένα.
Αφού λοιπόν έγιναν όλα αυτά, σκέφτηκα να δημιουργήσω αυτή την έκθεση με φωτογραφίες και στίχους μου και το μικρό λεύκωμα που την συνοδεύει και αφού προτάξω το σημείωμα που του έστειλα τότε συνοδεύοντας το ποίημα, να την αφιερώσω στη μνήμη του.
Όμως ο πρόωρος και άδικος θάνατός του -τη στιγμή που είχε τόσα πολλά ακόμα να μας δώσει- τον συνδέουν άμεσα και με τον άλλο σημαντικό καλλιτέχνη της Λεμεσού, τον Πανίκο Μαυρέλλη στον οποίον επίσης αφιερώνω την έκθεση αυτή .