Σάββατο, 24 Μαΐου 2008

Νυχτερινό παραλήρημα

Λυπάμαι που δεν είμαι πια παιδί να κάνω όνειρα.
Τις συστολές μου μέσα τους να εκπορθώ.
Που δεν είμαι πια τρελός για να κρατώ μακριά
όσους τις σκέψεις μου πολιορκούν
για να σε βρουν να σε περικυκλώσουν.
Με τρομάζει η τυραννία των λέξεων
Σε τούτους τους απειρόκαλους στίχους
Γδύνομαι τη λογική για να σ’ υμνήσω.
Οι ρυτίδες του κορμιού, μού αφήνουν τη ψυχή αρυτίδωτη
Ξεγλιστρώ αόρατος σε αδιόρατες και ευτελείς σκέψεις.
Ευτελίζομαι άρα υπάρχω.
Παλίρροιες πάλι οι πόθοι μου για σένα
σαν αλλόκοτες ανερούσες έρχονται.
Καραδοκώ άυπνος μέχρι την άκρη της νύχτας
Να ρθω να σ ανταμώσω.
Απέλπιδα ελπίδα σαν στύση αποδημητική
Απλές ασκήσεις ευτελισμού είπαμε...
Λάγνα η επιθυμία στο ανέσπερο κορμί σου.
Διάττουσες αναλάμψεις σε φθίνοντες ρυθμούς
Η γλυκιά μαρμαρυγή προμήνυμα θανάτου.
Πόθοι διάτρητοι από κατακλυσμούς λέξεων χωρίς ουσία
Χωρίς έστω ένα κύκνειο οργασμό.
Άσε με τουλάχιστον να κοιμηθώ μήπως σ ονειρευτώ.
Τα σώματα γεννούνε μόνο αισθήσεις
τα όνειρα γεννούνε αναμνήσεις σε χαίνουσα ψυχή
κι είναι υπόθεση αυστηρώς προσωπική.

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

ΕΝΑΣ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΣ ΕΠΙΦΑΝΗΣ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ(1869-1939) Βουλευτής - ΔημοσιολόγοςΙδρυτής Παντείου Σχολής Πολιτικών Επιστημών
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
(Ως κατεγράφη υπό του ιδίου το 1939)

Γεώργιος Σ. Φραγκούδης
Οι Αγώνες μου
Γεννήθηκα στη Λεμεσό της Κύπρου το 1869, δηλ. μπήκα στα 70 μου χρόνια. Επειδή όμως μου λένε πολλοί πώς φαίνομαι 10 χρόνια νεώτερος, είμαι λοιπόν μόνον 60 χρόνων!.. Ο πατέρας μου Σωκράτης ήτανε γόνος της μεγάλης οικογενείας Φραγκούδη και η μητέρα μου Ζωήτσα της επίσης μεγάλης οικογενείας Πηλαβάκη. Η καταγωγή μας είναι Επτανησιακή, δηλαδή οι προπάτορές μου όλοι σχεδόν κατά σύμπτωσιν κατάγονται από τα Επτάνησα και είχαν κάποια σχέσιν με την εκεί Ενετοκρατία.Ο πρώτος Φραγκούδης ήλθε στην Κύπρον από την Τεργέστην πριν 200(1) χρόνια και πλέον και κατά πάσαν πιθανότητα ήτανε από τους Έλληνες που μετανάστευσαν εκεί από τα Επτάνησα και μάλιστα από την Κεφαλληνίαν. Επίσης από την μητέρα μου οι Πηλαβάκηδες (Ντεκαγιόλα) ήσαν Επτανήσιοι(2). Η από τον πατέρα μάμμη μου Κατίνα ήτο κόρη του περίφημου Προξένου της Αγγλίας Αντώνη Βοντιτσιάνου καταγωγής επίσης Κεφαλληνιώτικης(3). Μόνον η από τη μητέρα μου μάμμη Ελένη ήτανε καθ’ εαυτό Κυπρία, κόρη προκρίτου χωρικού.
 Ζυμωμένη με τους αγώνες 200 χρόνων για την Κύπρον η οικογένειά μας, δηλαδή, οι Φραγκούδηδες με τα παρακλάδια τους, φιλοδοξεί πως είναι η πρώτη της Κύπρου οικογένεια και μια από τες πρώτες σύγχρονες ελληνικές οικογένειες. Και οι δύο παππούδες μου και οι πρόγονοί τους και των γιαγιάδων μου οι πατέρες και πρόγονοι ήσαν από τους πλουσίους του τόπου προεστούς και φιλογενείς, όπως όλοι οι πλούσιοι της εποχής που ελέγοντο αρκόντοι (άρχοντες) όχι μονάχα για τα πλούτη τους, μα προπάντων γιατί ήσαν οι ηγέτες του δυστυχισμένου λαού και οι προστάτες των ραγιάδων. Αυτοί ήσαν η αριστοκρατία του νέου ελληνισμού. Κι όταν ο ελληνισμός αυτός σηκώθηκε για την ελευθερίαν του, αυτοί πρώτοι θυσίασαν την ζωή και την περιουσία τους. Διακόσια τώρα χρόνια παλέψαμε κι εμείς οι νεώτεροι ύστερα από τους παλαιούς για να φτιάξωμε τη σημερινή Κύπρο.Ο πατέρας μου όμως δεν ήταν καθ’ εαυτό πλούσιος, αν και πήρε και κληρονομιά και προίκα, γιατί δεν είχε την ικανότητα να κάνη χρήματα. Από νέος μάλιστα έχασε τα μετρητά του από ένα μουφλούζη χρεοφειλέτη και ήλθε στιγμή στενοχώριας στο σπίτι, όταν ήμουνα μικρό παιδί. Ο πατέρας μου έκανε μικρό εμπόριο κρασιών και χαρουπιών, ως προξενικός πράκτορας της Ιταλίας εισέπραττε δικαιώματα από τα Ιταλικά πλοία, και ενοίκια από τα μαγαζιά που είχε από κάτω από το σπίτι μας. Η ευτυχία όμως της οικογένειας ήτανε η καλή μου μητέρα που με την οικονομία και το νοικοκυριό της βάσταξε το σπίτι τον λίγο κακό καιρό και ανέθρεψε και αποκατάστησε τα παιδιά της. Ποτέ δεν φοβάται μια κοινωνία, όταν έχη τέτοιες μητέρες, μα οι μητέρες αυτές πάνε πια και η κοινωνία χάλασε, γιατί μητέρες γίνονται τώρα κατά κανόνα -έχει και εξαιρέσεις- τα κορίτσια που ανατρέφονται μέσα στους δρόμους.Η Λεμεσός ήτο τότε μια μικρή πόλις, δεν θυμάμαι περισσότερα από 50 σπίτια “ανώγεια”, όταν το 1878 ήλθεν η Αγγλία. Το σπίτι μας ήτανε από τα καινούργια και καλά της εποχής. Κάτω ήτο το γραφείο και τα μαγαζιά του πατέρα, και το περιβόλι, κι επάνω η κατοικία, άνετη και με μεγάλα δωμάτια και με μια περίφημη αίθουσα που την ζωγράφισε ένας Ιταλός σουβατζής!.. Απέναντι στο σπίτι μας ήτο το σπίτι του παππού μου Νικολάκη, που περιήλθεν εις τον υιόν του Ευρυβιάδη και πάρα πέρα το αρχοντικό του προπάππου μου. Κολλητά στον κήπο ήτανε η αυλή της παλαιάς εκκλησίας της Αγίας Νάπας, εθνικού κέντρου της πόλεως. Εις την αυλήν ήσαν οι τάφοι των προκρίτων, γύρω-τριγύρω στοές με τους Νοτάδες των ιερέων και πάρα πέρα ο περίβολος με το Σχολείο. Το σχολείο αυτό αποτελείτο από μια μεγάλη αίθουσα για τα παιδιά του αλληλοδιδακτικού κι από πάνω ήτο το Σχολαρχείο με τρία δωμάτια. Εις την αυλήν αυτήν της Αγίας Νάπας ανατράφηκα. Εκεί μέσα ήτο το Σχολείο μας, η Εκκλησία μας, οι παπάδες μας, η αυλή που παίζαμε μικροί και μεγάλοι. Εκεί μέσα βροντούσαν τις εθνικές εορτές μας τα μάσκουλα και εκαίαμε την Ανάστασι τον “Οβραίο”. Εις το αλληλοδιδακτικό εγίνοντο οι εορτές κι οι συναθροίσεις των πολιτών. Εκεί μας φρονημάτιζαν οι δάσκαλοί μας. Ο πατέρας μου συνεχίζοντας τες παραδόσεις της οικογενείας, επίτροπος της Εκκλησίας και έφορος των σχολείων, έβγαζε τον καθιερωμένο λόγο την εορτήν των Τριών Ιεραρχών και απάγγελλε τες ευχές “υπέρ των αειμνήστων ιδρυτών και διδασκάλων”. Λυπήθηκα κατάκαρδα όταν χάλασαν την Εκκλησιά αυτή με τα κελλιά, τους τάφους και τα Σχολεία για να κτίσουν ένα άσχημο νεώτερο Ναό. Μόνοι ο πατέρας μου και εγώ ήμαστε ενάντιοι του χαλάσματος.Ο στενός δρόμος που από την παραλία ωδηγούσε στην πόλι και κατόπιν ονομάστηκε οδός Κουμανδαρίας ήτο ο κύριος δρόμος της πόλεως. Εκεί ήταν το σπίτι και τα μαγαζιά του πατέρα μου, και τα κυριώτερα εμπορικά των κρασεμπόρων. Οι παππούδες μου είχαν αποθάνει πολύ πριν γεννηθώ, η γιαγιά μου Κατίνα μόλις γεννήθηκα και μόνον η μητέρα της μητέρας μου Ελένη επέζησε για να τη χαρώ. Την ενθυμούμαι μόνον όταν γριά ετυφλώθη και ήμουνα οδηγός της. Μου διηγείτο τες παλαιές ιστορίες όταν μικρή τον καιρό της καταδρομής έτρεχεν εις τα βουνά με τον θείο της Αρχιμανδρίτη και κατόπιν τα πλούτη και τες δόξες του ανδρός της Γιωργάκη. Ο πατέρας μου με αγαπούσε εξαιρετικά. Ποτέ του δεν κτυπούσε ή μάλλωνε τα παιδιά του. Ήτο ο καλός νοικοκύρης, ο καλός πατέρας, ο καλός σύζυγος, ο καλός πολίτης. Εγνώριζεν άριστα, αυτοδίδακτος, την ελληνική, γαλλική και ιταλική γλώσσα· έως τον θάνατό του δε καταγινότανε με τα λατινικά και τα αγγλικά. Ήτο πολύ φιλόθρησκος· κάθε μέρα πήγαινε στην Εκκλησιά και τες μεγάλες μέρες έλεγε τες προφητείες. Αφιλοχρήματος, ποτέ δεν πήγε στο δικαστήριο και προτιμούσε να χάση ό,τι του χρωστούσαν. Προτού αποθάνη φρόντισε κι έσχισε τα χρεωστικά γραμμάτια που του χρωστούσαν μερικοί χωρικοί, για να μη τα εισπράξουν τα παιδιά του. Ολίγον ιδιότροπος, υπήρξεν ενίοτε άδικος στην μητέρα μου, την οποίαν άλλωστε ελάτρευε.Όλοι οι Φραγκούδηδες υπήρξαν ιδιόρρυθμοι, καθώς όλοι οι αρχοντάδες του παλαιού καιρού. Τους διέκρινε όλους η, εντιμότης και η φιλογένεια. Αλλά και κάποια αστεία ιδιορρυθμία. Τα ανέκδοτα των Φραγκούδηδων, Καρύδηδων, Πιερίδηδων, Περιστιάνηδων, Σαριπόλων θ’ αποτελούσαν ωραίον ανάγνωσμα. Τους Φραγκούδηδες διέκρινεν ιδιαίτερα η αγάπη στα γράμματα. Υπήρξαν όλοι, οι εξ αρρενογονίας και θηλυγονίας, λόγιοι, γραμματισμένοι. Ήσαν οι αληθινοί αριστοκράτες. Ο πατέρας μου διακρινόταν και για τους λόγους που εξεφώνει και τα υπομνήματά του. Μετά την Αγγλική Κατοχή διορίστηκε ταμίας της Οθωμανικής Τραπέζης που πρωτοϊδρύθηκε στη Λεμεσό. Τότε διωρθώθηκαν τα οικονομικά της οικογενείας, ώστε ο αδελφός μου κι εγώ να σπουδάσωμεν κι έξω και ν’ αποκατασταθούν οι δύο αδελφές μας. Όταν δε ιδρύθηκε το Νομοθετικό Συμβούλιο, ο πατέρας μου υπήρξε Βουλευτής του διαμερίσματος Λεμεσού-Πάφου 25 χρόνια. Αφήκε μνήμη αγαθή για την τιμιότητα και την φιλογένειά του.Η μητέρα μου υπήρξεν ο ιδανικός τύπος της μάνας και συζύγου. Γράμματα ήξερε όσα οι γυναίκες της εποχής που δεν υπήρχαν παρθεναγωγεία. Οι κοπέλλες μάνθαναν μερικά κολλυβογράμματα από ιδιωτικούς δασκάλους. Στο σπίτι τους όμως μάνθαναν την αρετή της αρχοντοπούλας. Αρκετά έτσι ανεπτυγμένη παρακολουθούσεν όλα τα πράγματα. Η αρετή της ήτο αμείλικτη. Διέκοπτε τες σχέσεις με κάθε γυναίκα που κακοφημίζετο. Η κρίσις της ήταν παροιμιώδης. Δεν είχε καμμία πρόληψι και καμμία θρησκοληψία. Ήτο αληθινή χριστιανή. Ποτέ δεν επέτρεψε στον πατέρα μου να κρίνη άδικα τον κόσμο, όπως του συνέβαινε καμμιά φορά στους θυμούς του. Στα παιδιά της ήτο αυστηρή με στοργή.Ως μαθητής ήμουνα άτακτος και αμελής και γι’ αυτό η μητέρα μου συχνά με τιμωρούσε, μα πάντα την συλλογίζομαι μ’ ευγνωμοσύνη κι απέραντη αγάπη που δεν έσβυσε ο χρόνος. Οι δάσκαλοί μου ήσαν ολίγον πρωτόγονοι στες τιμωρίες τους. Μα αγαπούσαν τους μαθητές τους σαν τα παιδιά τους. Και τι παραδείγματα!.. Ένας από τους νέους δασκάλους έφυγε μια μέρα να πάη να πολεμήση εθελοντής στην Επανάστασι της Θεσσαλίας. Εις το αλληλοδιδακτικό είχα δάσκαλο το γέρο Νικολαΐδη που πολύ μ’ αγαπούσε. Κάθε Σάββατο άμα δεν ξέραμε το μάθημα μάς διαπόμπευε στην πόλι με μουτζουρωμένο το πρόσωπο. Μας έπαιρνε έτσι μαυρισμένους στο σπίτι του και μας άφηνε νηστικούς έως το δειλινό. Την πρώτη φορά εγώ άρχισα. να κλαίω, ενώ τ' άλλα παιδιά γελούσαν. Ο σεβαστός μου δάσκαλος μου είπε: “Για να κλαίης, είσαι φιλότιμος” και διάταξε τον Πρωτόσχολο να μου σβύση το κάρβουνο. Πώς θυμάμαι τον αείμνηστο γέρο Νικολαΐδη, τύπο παλαιού δασκάλου. Μια φορά μας ωδήγησε σε μάχη με τα Τουρκόπαιδα. Ήτανε ωραία χειμωνιάτικη μέρα κι ο δάσκαλος μάς πήρε σε περίπατο στους ανθισμένους κάμπους έξω από την πόλι. Εκεί που χαρούμενοι τρώγαμε το ψωμί και το χαλούμι μας στο ρυάκι που τρέχει στα χωράφια και χωρίζει στις εκβολές του την ελληνική από την τούρκικη συνοικία, έξαφνα μας επετέθηκαν τα Τουρκόπαιδα με πετροβολητό. Ήτανε ο ρωσσοτουρκικός πόλεμος και τα πνεύματα των κατοίκων ήσαν ερεθισμένα, γιατί οι Έλληνες συμπαθούσαν τους Ρώσσους. Βροχή οι πέτρες στην καμπούρα του γέρο Νικολαΐδη που εστάθη ακλόνητος. Ήμαστε όλοι παιδιά 6-10 χρόνων. Σε ριπή οφθαλμού από την χριστιανική συνοικία έτρεξαν τότε τα μεγάλα παιδιά κι ο πετροπόλεμος κατάληξε σε νίκη μας. Το γέρο Νικολαΐδη διαδέχτηκε ένας νέος δάσκαλος, ο Μαληκίδης που έφερε τις νέες μεθόδους της Παιδαγωγίας. Το αλληλοδιδακτικό έσβυνε. Μετά τέσσαρα χρόνια ανέβηκα στο “απάνω σχολείο”, δηλ. στο Σχολαρχείο, που είχε τέσσαρες τάξεις με τέσσαρες καθηγητές και ήτο ισοδύναμο με Γυμνάσιο, του ’λειπε μόνον η τελευταία τάξις. Μα καθ’ εαυτό ένας ήταν ο δάσκαλός μας για τα περισσότερα μαθήματα, ο Αντρέας Θεμιστοκλέους, σύζυγος πρώτης μου εξαδέλφης. Ωραίος τη μορφή με τη μεγάλη γενειάδα του ήτο φυσιογνωμία σεβαστή, τύπος του μεγάλου “διδασκάλου του Γένους”, σπουδασμένος στας Αθήνας και γυιός μεγάλου επίσης “διδασκάλου”. Μας μιλούσε περισσότερο για φιλοπατρία και χαρακτήρα παρά για γράμματα. Αλλά τα γράμματα που μαθαίναμε ήσαν γερά. Οι τάξεις ήσαν μικρές, με δέκα μόλις μαθητές. Μαθήματα λίγα, κυρίως ελληνικά, μαθηματικά και φυσική. Ήμαστε προ παντός δυνατοί στα Ελληνικά. Ο Αντρέας ήτανε το φόβητρό μου. Από την ώρα που η οικογένεια με είχε προορίσει για επιστήμονα, ο Αντρέας απελπίζετο με την αμέλειά μου. “Συ, μωρέ, θα πας στο Πανεπιστήμιο”, μου βροντοφωνούσε, και το βράδυ τα ίδια μου επαναλάμβανε η μητέρα μου. Δεύτερος καθηγητής ήτο ο γαμβρός μου Αριστοτέλης Παλαιολόγος, άλλος τύπος αυστηρού δασκάλου. Οι δύο αυτοί στενοί συγγενείς μου δάσκαλοι κάνανε τρομερό, συμβούλιο με τη μάνα μου πώς να με “διορθώσουν” και η πλάτη μου το ξέρει. Διορθώθηκα μονάχος μου στην ώρα μου. Μα για τους καλούς μου δασκάλους δεν έχω κανένα παράπονο· τους θυμάμαι πάντα με αγάπη και συγκίνησι, όπως και την μητέρα μου. Έτσι έπρεπε να κάνουν. Αυτά τα τέσσαρα χρόνια, του “πάνω σχολείου”, παρ’ όλο το ξύλο που έτρωγα και τις νηστείες που δεν έτρωγα, μου ’μειναν στη ζωή μου τα ωραιότερα. Δεν ξεχνώ την παιδικήν αυτή ηλικία, την ωραία ζωή με τ’ αδέλφια μου, με τα ξαδέλφια μου, τις χαρές και τις λύπες των πρώτων συναισθημάτων, των γονέων μου την αγάπη, των συμμαθητών μου την αδελφότητα, τα κυνήγια μας, τις εκδρομές μας, τα μασκαρέματα τις Αποκριές, το κολύμπι, το κουπί! Μικρή η πόλις και σε κάθε βήμα κι από ένα συγγενικό σπίτι, παιχνίδια και χαρές, όλα μέσα εις τους θερμούς κόλπους της παλαιάς αγνής κοινωνίας. Ο πατέρας μάς έπαιρνε κάθε καλοκαίρι εις ένα όμορφο χωριό, τον Λουβαρά, πάνω στα ψηλά βουνά, όπου μάθαμε τις πρώτες εκδρομές. Με πόση χαρά δεν ξαναβλέπω κάθε τόσο τον αγαπητόν μου Λουβαρά!..Με τους Τούρκους τον τελευταίο καιρό τα περνούσαμε καλά. Η Λεμεσός είχε λίγους Τούρκους. Και κατά τα στερνά χρόνια η Τουρκική Διοίκησις φερότανε καλά στους Χριστιανούς. Οι Οθωμανοί δείχνανε πολύν σεβασμό στους Τσελεπήδες, και στους Κουσούλους κάνανε τεμενάδες. Μια φορά ένα Τουρκόπαιδο κτύπησε τον αδελφό μου, κι αμέσως ο πατέρας του το ’φερε από τ’ αυτί στο σπίτι μας κι εκεί μπροστά μας τον έσπασε στο ξύλο, όπου επενέβη ο πατέρας μου για να το γλυτώση. Τα νέα τα μαθαίναμε από την “Αμάλθεια” της Σμύρνης και τις ελληνικές εφημερίδες της Τεργέστης “Κλειώ” και “Ημέρα” που ήρχοντο κάθε 15 με ένα παλιοβάπορο από την Αλεξάνδρεια.Ένα πρωί το 1878 ο πατέρας μου με πήρε από το χέρι και κατεβήκαμε στο Κονάκι κοντά στη θάλασσα, όπου παραβρεθήκαμε σε μια ιστορική σκηνή. Ο πατέρας μου φορούσε την επίσημη στολή του Προξένου, μαύρη ρεδιγκότα και κασκέτο με χρυσό γαλόνι, και προβάδιζαν οι δυο Τούρκοι Καβάσηδες με τις υψηλές ράβδους. Ποτέ μου δεν είχα κατεβή στα Τουρκικά αυτά μέρη. Θυμάμαι μονάχα πως σ’ ένα στενό σοκάκι ήτανε ένα μαγαζί που εκάθηντο με σταυρωμένα τα πόδια πάνω στο χαλί κάμποσοι Τουρκαλάδες και αυτό ήταν το Δικαστήριο. Παραπέρα ήτο το Κονάκι του Καϊμακάμη που σήμερα είναι Αστυνομία και κοντά στη θάλασσα ένα μικρό φρούριο, που χάλασαν οι Εγγλέζοι, με Τούρκους στρατιώτες. Απέναντι στην ανοικτή θάλασσα είχεν αγκυροβολήσει ένα ωραίο αγγλικό πολεμικό που έφερε το ελπιδοφόρο όνομα “Παλλάς”. Σε λίγο ένα άγημα πεζοναυτών αποβιβάστηκε. Ο Τούρκος Καϊμακάμης κατέβασε από το Κάστρο την τούρκικη σημαία και με τα ίδια του τα χέρια ύψωσε την εγγλέζικη. Ήτανε η Αγγλική Κατοχή!.. Τα ωραία ναυτάκια της Μεγάλης Βρεττανίας μας γλίτωσαν από την τουρκική τυραννία και παραλυσία. Νέα εποχή για την Κύπρο!.. Η ελευθερία γιγάντωσε τον πατριωτισμόν των υποδούλων.Τί χαρά, όταν τελείωσα το Σχολαρχείο και ετοιμάστηκα για τας Αθήνας. Ήμουν ένας από τους πρώτους μαθητές που πήγαιναν στην Ελλάδα για σπουδές. Προτήτερα έφευγαν για το Πανεπιστήμιο σποραδικά ένας-ένας. Εγώ ήμουνα από τη δεύτερη πυκνή σειρά των πρωτοπόρων της νέας γενεάς έπειτα από την ελευθερία.Πώς να ξεχάσω αυτή την νύκτα του Ιουνίου του 1884, όταν πήγα γύρω ν’ αποχαιρετίσω τους συγγενείς, τους φίλους, δηλαδή, όλη την πόλι. Ήτανε η παραμονή του Αγίου Ιωάννου και στες χωράφες και τα σοκάκια έκαιαν φωτιές. Αποχαιρέτισα τα παιδικά μου χρόνια. Η μητέρα μου με πήρε παράμερα και μου ’καμε σοβαρές συστάσεις για όλα τα ζητήματα. Μόλις δέκα πέντε χρόνων σε ξένο μέρος, μονάχος σε μια μεγάλη πόλι. Η μεγάλη μου αδελφή είχε παντρευθή, ο αδελφός μου ήτο με τον πατέρα μου στην Τράπεζα και είχε αρραβωνιαστή. Η κατά δύο χρόνια μικρότερη αδελφή μου, που ανατραφήκαμε μαζύ, έκλαιε. Ο πατέρας μου κρατούσε τα δάκρυά του κι ανήσυχος κατά το σύστημά του πηγαινοερχότανε στην παραλία ανυπόμονος να δη το βαπόρι να σηκώνη την άγκυρα για την Αλεξάνδρεια, απ’ όπου θα ’παιρνα το άλλο βαπόρι για τον Πειραιά. Με συνώδευε ο νονός μου Μενάρδος, Πρόξενος της Ελλάδος και θείος μου, που πήγαινε κι αυτός για τας Αθήνας. Χαρές στην Αλεξάνδρεια, όπου συγγενείς και συμπατριώτες με δεχτήκανε με ανοικτές αγκάλες.
Όταν πάτησα το χώμα των Αθηνών και αντίκρυσα την Ακρόπολιν, έσκυψα και φίλησα το χώμα της Ελλάδος. Αυτό μου είχαν συστήσει όλοι να κάνω και το αισθανόμουνα κατάβαθα. Και ξαφνικά από παιδί έγινα άντρας. Γέμισα με την ιδέα μιας μεγάλης Εθνικής αποστολής που δεν με εγκατάλειψε από τότε τόσα χρόνια και θα εμπνέη μέχρι του τάφου όλη μου τη ζωή. Ο αμελής μαθητής είχε μείνει στη βάρκα. Ρίχτηκα στη μελέτη. Έπρεπε να καταταχθώ στην τελευταία τάξι του Γυμνασίου και με ένα προγυμναστή συμπλήρωσα τες ελλείψεις του Σχολαρχείου της Λεμεσού. Κατατάχθηκα στο Βαρβάκειον και αναδείχθηκα αμέσως από τους πρώτους μαθητές. Τα σχολεία της Ελλάδος δεν είχανε ακόμη παραλύσει όπως κατάντησαν τα κατόπιν χρόνια, μα και δεν ήσαν εις το ύψος των σχολείων του έξω Ελληνισμού. Οι συμμαθητές μου κάθε λίγο και λιγάκι το 'σκαγαν. Ένας κρεμανταλάς συμμαθητής θέλησε μια μέρα να το σκάση όλη η τάξις, κι επειδή εγώ αντέστηκα φοβέρισε να με κτυπήση. Εγώ μίλησα στα παιδιά και μείνανε. Ήτανε αυτή η πρώτη μου νίκη. Εμψυχωτήν της νεολαίας είχαμε μόνον το γέρο Αντωνόπουλον που είχε ψύχωσιν με τα στρατιωτικά γυμνάσια. Μας έβαλε στολή και κράνος, μας φόρτωσε σ’ ένα γκρα και κάθε Σάββατο κάναμε γυμνάσια στο Πολύγωνο.
Τελειοδίδακτος του Γυμνασίου γύρισα το καλοκαίρι, στην Λεμεσό για να δρέψω τις δάφνες του θριαμβευτού και τα φιλιά της μάνας μου, φέροντας στο κράνος την γλαύκα των Αθηνών. Το Σεπτέμβριον γύρισα στας Αθήνας ανυπόμονος να μπω στο Πανεπιστήμιο, για τα Νομικά. Εγώ διάλεξα την επιστήμη για τους σκοπούς μου. Άλλως τε και η Κύπρος δεν είχεν ακόμη δικηγόρους και πολιτικούς. Μα το Πανεπιστήμιο έκλεισε αμέσως, γιατί ο Δεληγιάννης είχε κηρύξει τον πρώτο ατυχή πόλεμο κατά της Τουρκίας. Μικρός ακόμη για να στρατευθώ, πήγα στην Αλεξάνδρεια και μπήκα σ’ ένα φράγκικο Σχολείο για να μάθω Γαλλικά. Εκεί μέσα έμαθα και τον πόλεμο που μας κάνανε στην Ανατολή τα προπαγανδιστικά Σχολεία. Διοργάνωσα τα Ελληνόπαιδα εις αντίστασι, αλλά δε βάσταξα να τελειώσω το χρόνο. Έφυγα στην Κύπρο και αφού τέλειωσε ο ψευτοπόλεμος του Δεληγιάννη, γύρισα πρωτοετής φοιτητής στας Αθήνας. Δέκα επτά χρόνων είχα αμέσως καταλάβει τα μεγάλα ελληνικά προβλήματα. Ο ψευτοπόλεμος του 1886 είχεν αφήσει ερείπια. Ο Δεληγιάννης επάνω στην σκηνή μου φαινότανε ο θεατρίνος της μεγάλης ελληνικής τραγικοκωμωδίας. Ο παλαιός ελλαδικός κομματισμός που οπισθοδρομικώς έφρασσε τον δρόμο στις μεγάλες προσπάθειες του Τρικούπη, θα επανέλθη μια μέρα δια να συντρίψη την Μεγάλη Ελλάδα. Το αλύτρωτον Έθνος ήτο όμως ακόμη ακέραιον αν και κινδύνευε στις βάσεις του!.. Άραγε έλεγα θα μπορέσω να κάμω κάτι; Προ πάντων έπρεπε να ετοιμασθώ, να μελετήσω, να τα ξέρω όλα και θεωρητικά και πρακτικά. Στρώθηκα στο διάβασμα. Έκαμα ένα πρόγραμμα γενικής μορφώσεως. Μελετούσα την επιστήμη μου, αλλά και ό,τι άλλο είχε σχέσι με την ιστορία και τη φιλολογία. Φοιτητική ζωή τότε δεν υπήρχε στας Αθήνας. Καφενές και μικροπολιτική. Για διαμονή μου διάλεξα την ωραιότερη συνοικία, το Κολονάκι με κέντρον την Δεξαμενή. Με μερικούς συμφοιτητές, Κυπρίους ιδίως και Σπαρτιάτες, δημιουργήσαμε κάτω από το Λυκαβητό μια δική μας ζωή. Σκληραγωγήθηκα ώστε να κοιμάμαι με ανοικτά παράθυρα και τον χειμώνα, να ’χω κρεββάτι τα σανίδια ενός στριπόδου και να παίρνω το κρύο λουτρό μου στην ταράτσα. Στη Δεξαμενή που κατεβαίναμε για συζήτησι και μελέτη κάτω από τα μεγάλα δέντρα έβλεπα τριγύρω μου να συντελείται ένα έργο ολέθρου σαν τον όλεθρον που απειλούσε το Έθνος. Όλοι οι τριγύρω ιστορικοί και γραφικοί λόφοι ελατομούντο. Ένοιωθα αυτά τα πράγματα και η λύπη μου ήταν πως δεν τα ένοιωθαν όλοι. Ο Λυκαβητός, το Μνημείο του Φιλοπάππου ανατινάσσοντο καθημερινά στον αέρα. Έγινε τότε ένας αγώνας από ιδιώτες για να σωθούν τουλάχιστον τα δύο αυτά βουνά και ένας απ’ αυτούς που αγωνίσθηκαν ήτανε και ο μικρός φοιτητής Φραγκούδης. Έγραψα στις εφημερίδες τα πρώτα μου άρθρα και πήγα εις τον Πρόεδρον της Βουλής Ανδρέαν Αυγερινόν με μια διαμαρτυρία να την διαβάση στη Βουλή. Κάθε Κυριακή ήμαστε στο κλαρί. Εκδρομές εις όλα τα πέριξ, γλέντια αθώα, χαρές μέσα στη φύσι. Δεκαεπταετής φοιτητής στο 1887 έβγαλα το πρώτο βιβλίο μου “Ελληνικά Πολιτεύματα γενόμενα από του 1821-64”. Ήτο μια συλλογή των νεωτέρων ελληνικών πολιτευμάτων με ιστορικήν εξήγησι. Προσπαθούσα μελετώντας την ιστορία και τα πολιτεύματά μας να εύρω την εξήγησι των συμφορών της Ελλάδος. Έως τώρα ακόμη δεν τη βρήκα, γιατί η ιστορία λέγει τα αποτελέσματα και όχι τα αίτια που είναι στο κακό μας φυσικό. Μεγάλη ήτο η χαρά μου, όταν ο Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου Στέφανος Στρέϊτ επαίνεσε στο μάθημά του το μικρό μου βιβλίο. Το καλοκαίρι του 1887 αποφάσισα να κάμω το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα για να δω και τις επαρχίες. Κι έκαμα μια περιοδεία 30 ημερών στην Πελοπόννησο. Πήγα με βαπόρι στο Λεωνίδι κι απ’ εκεί με γαϊδουράκια μέσω Πάρνωνος στην Σπάρτη. Εις την ωραία κοιλάδα της Λακεδαίμονος έκαμα τες πρώτες μεγάλες πεζοπορείες μου, προς τον Μιστρά και τον Ταΰγετο, παίρνοντας το λουτρό μου στο ρέμμα του Ευρώτα.Δευτεροετής φοιτητής άρχισα να δημοσιογραφώ, για την Κύπρο για να κάμω γνωστή την πατρίδα μου με τα ζητήματά της στην Ελλάδα. Άρθρα έγραψα εις την “Εφημερίδα” για την ελεεινή κατάστασι του Πανεπιστημίου. Ο τότε Πρύτανις Αφεντούλης με κάλεσε και με συνεχάρηκε και μ’ ενεθάρρυνε να γράψω κατά του Πανεπιστημίου, γιατί αυτό θα τον εβοήθει εις την προσπάθειάν του για την καλλιτέρευσι. Η Σύγκλητος του αρνείτο τα έξοδα να κάμη έστω και ένα γυμναστήριο!.. Ο καϋμένος γέρο Αφεντούλης με τα άσπρα του μαλλιά και την ποιητική του μορφή!.. Το καλοκαίρι του 1888 πήγα στην Κύπρο. Επιχείρησα τότε την πρώτη μεγάλη μου πεζοπορεία με την πρόθεσι να γράψω ένα έργο για την “πατρίδα”. Έβαλα ένα σακκίδιο στον ώμο με βιβλία και ρούχα, πήρα ένα εμπροσθογεμές κυνηγητικό όπλο και εξεστράτευσα. Ως οδηγόν είχα το περί Κύπρου βιβλίον του Αθανασίου Σακελλαρίου, ο οποίος ως Σχολάρχης είχε γράψει την ιστορία και την τοπογραφία της νήσου. Η μητέρα μου μού έδωκε την ευχή της κι ο πατέρας μου δύο λίρες, τις οποίες έφερα σχεδόν πίσω γιατί δεν τις χρειάστηκα. Στις πόλεις με φιλοξενούσαν συγγενείς και φίλοι, στα χωριά οι δάσκαλοι, οι παπάδες κι οι μουκτάρηδες. Είχα κάμει από τον Σακελλάριον ένα χάρτη, όπου εσημείωσα όλα τα αξιοθέατα της νήσου. Αρχαία ερείπια, μεσαιωνικά μνημεία, ωραία τοπία. Άρχισα την πεζοπορείαν μου παραλιακώς, ώστε να αναχωρήσω από τη Λεμεσό ανατολικά και να γυρίσω έπειτα από 40 μέρες στη Λεμεσό από τα δυτικά, δηλαδή, έκαμα το γύρο της νήσου. Στα παράλια ήσαν οι περισσότερες παλαιές πολιτείες. Αφού αναπαύθηκα στη Λεμεσό λίγες μέρες, ξανακίνησα για το εσωτερικό. Και σε άλλες 20 μέρες ξαναείδα την υπόλοιπο Κύπρο και ανέβηκα σ’ όλα τα βουνά της. Σε δύο μήνες, δηλαδή, έβαλα την Κύπρο στην τσέπη μου.Σε κάθε σταθμό, μεσημέρι-βράδυ, έγραφα τες παρατηρήσεις του ταξιδιού, συμπληρώνοντας ή διορθώνοντας κυρίως τον Σακελλάριον. Η μεγάλη αυτή περιοδεία, που με έφερε στην αγκάλη της Κύπρου, υπήρξε για μένα η ωραιότερη σελίδα του παιδικού μου βίου. Και τί δόξες!.. Η Κύπρος όλη ήτο συγκινημένη με το ταξείδι αυτό ενός παιδιού 18 χρόνων που ενεθουσίαζε με το φέρσιμό του και τις ομιλίες του πολίτες και χωρικούς και που τον εδακτυλοδεικτούσαν οι νέοι για παράδειγμα. Σε λίγο ήμουνα πασίγνωστος. Τίποτε δυσάρεστο δεν μου συνέβηκε σ’ όλη την πεζοπορεία. Δρόμοι ακόμη δεν υπήρχαν εκτός από ένα παλαιό, μα υπήρχε ήδη, δέκα χρόνια μετά την Αγγλική κατοχή, Ασφάλεια.
Μόνο μια μέρα που είχα λησμονήσει σηκωμένο τον λύκο του τουφεκιού, με το οποίο κυνηγούσα καμμιά φορά, σε μια στιγμή που θέλησα να καθήσω σε μια πέτρα γλύστρησε το τουφέκι και ο λύκος έπεσε, όταν η κάννη είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου ευτυχώς που δεν είχε πάρει φωτιά. Είχε βρέξει και το καψίλι υγράθηκε και έτσι τη γλύτωσα. Εχαιρέτισα μέσα μου το θαύμα ως ένα καλόν οιωνόν, ότι ευρισκόμουνα κάτω από την προστασία της Θείας Πρόνοιας. “Η ευχή της μάνας σου σ’ έσωσε, παιδί μου!..”, μουπε ένας χωριάτης που παραστέκετουν. Αληθινά όμως η μανούλα μου όλον τον καιρό του ταξειδιού αυτού ζούσε σε διαρκή τρόμο και σε διαρκή τρόμο την εκράτησα μέχρι του θανάτου της με την περιπετειώδη ζωή μου. Μα δεν θα 'τανε άραγε καλλίτερα να είχα από τότε τελειώσει τη ζωή μου και ν’ άφηνα νέος στη δόξα των παιδικών μου χρόνων την τελευταία πνοή μου, στο ανθισμένο χώμα της Κύπρου;Συνέπεια της περιοδείας ήτο να κάμω ένα νέο χάρτη της τοπογραφίας της νήσου και να ενασχοληθώ σοβαρά στη μελέτη της ιστορίας της. Δίχως να παραμελήσω τα μαθήματά μου, πέρασα τες εξετάσεις μου στα γενικά μαθήματα με “άριστα” και στρώθηκα στη βιβλιοθήκη της Βουλής, όπου άρχισα την συγγραφή του βιβλίου μου για την Κύπρο, για το οποίο εργάστηκα τα δύο τελευταία φοιτητικά μου έτη.Το καλοκαίρι του 1889 επιχείρησα την δεύτερη μεγάλη πεζοπορεία μου στην Ελλάδα. Βάσταξε 45 μέρες. Πήγα με τον σιδηρόδρομο στη Βόρειο Πελοπόννησο, διαπεραιώθηκα στο Μεσολόγγι κι απ’ εκεί άρχισα την πεζοπορεία: Μεσολόγγι, Αιτωλικό, Κλεισούρα, Κραβασαράς, Άρτα. Έπειτα από τες όχθες του Άραχθου ανέβηκα στα Τζουμέρκα, Συράκο, Πράμαντα κ.λπ. Είχα μεθύσει από χαρά. Έπειτα από της Κύπρου το περυσινό γλέντι της Ελλάδος τώρα το μεγάλο μεθύσι. Από όλους τους περιηγητές μόνος ο πεζοπόρος είναι ο αληθινός περιηγητής. Αυτός χαίρεται όπου διαβαίνει κι απολαύει την φύσι. Κάθε σπιθαμή γης και μια ταινία κινηματογράφου. Η κούρασι του πεζοπόρου είναι η χαρά της φύσεως. Με πόσην ηδονή πίνει το νεράκι στη βρύσι και τρώει το ψωμί και το τυρί ξαπλωμένος στα φυλλώματα των δέντρων!.. Πόσες φορές μέρα και νύκτα δε με πήρε έτσι ο ύπνος μεσόστρατα. Την Ελλάδα και τη φύσι τες έσφιγγα στην αγκάλι μου μαζύ. Χαιρόμουνα τα ωραία μου νειάτα που ανθούσαν σαν Θεού μεγάλωμα. Η Ελλάς είχε τόσες ελλείψεις, εγώ τότε έβλεπα μόνο τες χάρες της. Ο κόσμος ήτανε ακόμη τόσο αγνός και πατριώτης. Περπατούσα οκτώ ώρες την ημέρα συνήθως και μια μέρα τη βδομάδα σταματούσα στο καλλίτερο μέρος για ανάπαυσι και καθαριότητα. Έπλενα το σώμα μου στα ποτάμια.Οι χωρικοί μας φιλόξενοι και περιποιητικοί. Αν και ο τόπος είχε πάντα λογής-λογής κακοποιούς, ποτέ μου δεν μου συνέβη κακό συναπάντημα, ούτε ποτέ μου αισθάνθηκα φόβο. Παιδί 19 χρόνων ήμουνα σαν στρατιώτης που περπατάει κι ό,τι του λέει το γραφτό. Πολλές φορές απαντήθηκα με πρόσωπα που μου φάνηκαν ύποπτα, αλλά με τα πρώτα καλά λόγια που τους έλεγα, γινόμαστε φίλοι. Κατάλυμα έκανα, όπου υπήρχαν, στα πανδοχεία, όπου οι κορέοι ήσανε λεγεώνες. Τον περισσότερον όμως καιρό φιλοξενούμουνα σε καλά σπίτια. Ο κόσμος ήτανε φιλόξενος και γελαστός, γιατί καλός είναι στο βάθος ο λαός μας. Παράξενο τους φαινότανε πώς ένα παιδί που δεν ήτανε ούτε αλήτης ούτε Φράγκος, γύριζε έτσι με τα πόδια του. Να που είχε κι η Ελλάδα ένα περιηγητή!.. Όταν έφτασα στα φυλάκια των συνόρων, οι αξιωματικοί και τα ευζωνάκια με δεχθήκανε σαν ήρωα. Τί παράξενο και ωραίο!.. Ένας φοιτητής από την Κύπρο ερχότανε να επισκεφθή τα σύνορα της Ελλάδος!.. Ζήτω λοιπόν!..Ποτέ μου δεν έζησα τόσον ευτυχής, όσον πάνω στα Ελληνοτουρκικά σύνορα, αγναντεύοντας την μια Ελλάδα κάτω τόσο μικρή και την άλλην Ελλάδα πάνω τόσο μεγάλη. Πήγαινα από σταθμό σε σταθμό με δύο ευζωνάκια για συντροφιά. Για φυλάκια ήσαν καλύβες και σπιτάκια. Ούτε προχώματα υπήρχαν, ούτε Μαζινό. Δεν άξιζε τον κόπο να φτιάνωμε στρατώνες, όταν μια μέρα το δίχως άλλο θα τα πηδούσαμε όλα!.. Έτσι, δεν είχαμε ανάγκη ούτε από στρατό ούτε από κανόνια. Λίγα Ευζωνάκια!.. Μα εγώ είχα τις ανησυχίες μου και νύκτα και πρωΐ αγνάντευα περίλυπος την Ήπειρο και την Μακεδονία.Όταν έφτασα στον πλησιέστερο προς τα Γιάννενα σταθμό, αποφάσισα να μπω στο Τούρκικο και να πάω στην Πρωτεύουσα της Ηπείρου. Να η Λίμνη σα να γυάλιζε εκεί κάτω. Χρειαζότανε οκτώ ωρών πεζοπορεία. Ο αξιωματικός του Φυλακίου της Πλάκας μού είπε: “Θα σου δώσω ένα Εύζωνα κι’ αυτός θα σε παραδώση στο Τουρκικό Φυλάκιο κι αν θέλης απ’ εκεί ροβολάς στα Γιάννενα”. Ευτυχισμένα χρόνια που δεν χρειαζόσουνα ούτε διαβατήριο, ούτε άδεια, ούτε συνάλλαγμα. Έτσι κι έγινε. Μα παρ’ ολίγο ν’ αφήσω τα κώλα στη χαράδρα εδώ πέρα της Πλάκας. Ο καλός εύζωνας μου είπε πως ήξερε ένα μονοπάτι που συντόμευε μια ώρα το δρόμο. Με πήρε, λοιπόν, στο μονοπάτι αυτό που ήτανε μόνο για Ευζώνους και κατσίκια και που περνούσε μέσα στο βράχο απάνω από μια χαράδρα πού έχαινε κάτω σαν άντρο μυθολογικό. Ο Εύζωνας έβγαλε τα τσαρούχια και σα γάτος πέρασε το θανατηφόρο μονοπάτι· όταν εγώ έφτασα στο μέσο και κοίταξα προς τα κάτω το χάος, μ’ έπιασε ζαλάδα. Να γυρίσω πίσω ήτο αδύνατον, γιατί στροφή να κάμω ήτο σαν να πετούσα στο γκρεμνό· την υπέρτατη στιγμή με βρήκε η δύναμις και με μια τρεχάλα έφτασα τον Εύζωνα. “Καλά τα κατάφερες, μου λέει!.. Εγώ το ξέρω, του λέω”. Οι Τούρκοι με δεχτήκανε καλά. Μα δε θα ξαναγυρίσω από τον ίδιο δρόμο. Φύγαμε με συνοδεία για τα Γιάννενα. Φτάσαμε σουρούπωμα. Ένας φοιτητής με γνώρισε στο δρόμο και με πήρε στο σπίτι του, γιατί ξενοδοχεία δεν είχε τότε παρά μόνο χάνια. Με τί ευχαρίστησι βρέθηκα σε ένα καλό αρχοντικό σπίτι και σε ελληνική συντροφιά. Το πρωΐ μου είπανε να βάλω φέσι και να παρουσιασθώ στον Πασά πού είχε ειδοποιηθή αμέσως για την άφιξί μου. Δεν υπήρχε άνθρωπος δίχως φέσι. Φόρεσα, λοιπόν, ένα φέσι που από τότε εχρησιμοποίησα εις όλα τα καρναβάλια του κόσμου και κρατώ στα κειμήλιά μου!.. Πήγα στον Πασά. Παραξενεύτηκε. Κύπριος φοιτητής, δημοσιογράφος, Αυστριακός υπήκοος, περιηγητής! Όλα αυτά τον ζάλισαν, και ιδιαιτέρως οι τίτλοι “Αουστριακός και Γαζέτετζης. Ο Πασάς που ήταν πολύ ευγενής και ήξερε τα ελληνικά, μου είπε λοιπόν: Πως στο Βιλαέτι υπήρχαν μερικοί ληστές -θα ήτο θαύμα αν δεν υπήρχαν”- και πως έπρεπε να γυρίσω πίσω με συνοδεία, γιατί, τί θα λέγανε στην Αθήνα και στη Βιέννη αν πάθαινα τίποτε. Η Ευρώπη θα φώναζε “για τους ληστές που υπάρχουν στην Τουρκία!.. Αφού λοιπόν επισκέφθηκα την Λίμνη και ξεκουράστηκα λιγάκι, μετά δύο μέρες ειδοποίησα στο Κονάκι κι ήλθαν δύο Ζαπτιέδες Αρβανίτες που ήξεραν ελληνικά. Στο δρόμο μού λένε: “Τα μέρη είναι γεμάτα ληστές· αν παρουσιασθή κανένας, για να σωθούμε πρέπει πρώτα-πρώτα να πετάξουμε τα όπλα. Ωραία στρατιωτική συνοδεία!.. Ευτυχώς την ημέρα εκείνη οι ληστές έλαμψαν δια της απουσίας των. Νυκτωθήκαμε σ’ ένα χωριό, όπου έπρεπε να κάνωμε κονάκι. Μόλις όμως οι χωρικοί ακούσανε στρατιώτες, κλείσανε τα σπίτια τους και σβύσανε τα φώτα. Οι χωρικοί φοβόντουσαν τους Ζαπτιέδες όσον και τους ληστές. Με πήραν σ’ ένα χάνι απ’ έξω και μου ήπανε “φώναξε πώς είσαι χριστιανός για να ανοίξουνε”. Έτσι κι έκανα. Μια πόρτα άνοιξε, ένα λυχνάρι φώτισε κι ο Χατζής μας έδωκε άσυλο. Δεν θυμάμαι αν καλοκοιμήθηκα. Το πρωί ήμαστε πίσω. Χαρά τα Ευζωνάκια!.. Σφάξανε ένα αρνί και γλεντήσαμε.Πήγα από σταθμό σε σταθμό κι έφτασα από τα δάση της Πίνδου στην Καλαμπάκα. Εκεί τα Μετέωρα με καλούσαν εις το υπέροχο πανόραμά τους. Από το ένα στο άλλο σκαρφάλωνα με τες ναυτικές σκάλες που εσείοντο πάνω στους βράχους. Τί τρομάρα!.. Το ψηλότερο το Βαρλαάμ, 70 μέτρα ύψος, λίγο έλειψε να γίνη ο τάφος μου. Για να κατεβώ, οι καλόγεροι με βάλανε μες το δίκτυο, το γνωστό βρυζόνι. Μα είχαν ξεχάσει κρεμασμένο το σχοινί με αγκίστρι που ανέβαζαν τα ψώνια. Όταν έφτασα στο μέσον του χάους και κρεμόμουνα στο άπειρο, το βριζόνι μου πιάστηκε μέσα στο αγκίστρι και αναποδογυρίστηκα με το κεφάλι κάτω ακόμη μια στροφή της αλυσσίδας πάνω και θ’ άνοιγε το βριζόνι και το κεφάλι μου χίλια κομμάτια στους βράχους. Μ έσωσε μια φωνή ενός βοσκού που φώναξε από απέναντι στους καλόγερους: “Σταματάτε και σκοτώνεται ο άνθρωπος!..”. Ευτυχώς ακούσανε και σταματήσανε το βίντζι. Έμεινα ολίγα λεπτά, μακρά σαν αιώνες, κρεμασμένος με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω. Μου φωνάξανε από το μοναστήρι οι καλόγεροι, να βγάλης το χέρι σου από το δίκτυ και να ξεμπλέξης το αγκίστρι”. Σωτηρία ή θάνατος. Άλλο μέσο δεν υπήρχε. Έτσι κι έκαμα. Θαύμα πώς κατώρθωσα να ξεμπλέξω τ’ αγκίστρι και πώς δεν άνοιξε το δίκτυ. Το βριζόνι αναποδογυρίστηκε και ξαναήλθα στη θέσι μου. Σταυροκοπούμενοι οι απάνω και οι κάτω με κατεβάσανε σώο στη γη. Ήμουνα ωχρός σα σουδάρι. Ο βοσκός που με πλησίασε για να με συγχαρεί μου είπε: “η ευχή της μάνας σου σ έσωσε παιδί μου!.. Πάλιν η ευχή της!.. Η κακομοίρα η μάνα μου από τον καιρό που γεννήθηκα μ έσωζε διαρκώς. Μικρόν με είχε σώσει από μίαν ασθένεια, όταν οι γιατροί με εγκατέλειψαν για τελειωμένο. Τώρα μ’ έσωζε πάντα η ευχή της. Είχα αρχίσει να ζω επικινδύνως πολύ πριν ένας άλλος μεγάλος ανακαλύψη “το ζην επικινδύνως” ως υπέρτατον αγαθόν. Αλλά προτήτερα και των δύο μας το είχε βρη ο λαγός, ο οποίος όχι μόνον ζη, αλλά και κοιμάται επικινδύνως, λαγοκοιμάται!..Μα να δήτε και τί άλλο, αστείο ευτυχώς, έπαθα σ’ αύτή την εκδρομή. Στα Τρίκκαλα ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων ήτανε τότε ο γνωστός Χρίστος Χριστοβασίλης, ο οποίος έγραψε σ’ εφημερίδα των Αθηνών πως στην Πίνδο προσεβλήθηκα από μια αρκούδα και πως την νίκησα!.. Αν ήμουνα Ταρταρίνος, θα το πίστευα κι ο ίδιος και θα το ‘γραφα στο επισκεπτήριό μου. Εγώ έσπευσα να διαψεύσω την είδησι που έφτασε και στην Κύπρο και αναστάτωσε τους δικούς μου και την καϋμένη την μάνα μου. Αχ!.. Θα τον φάνε οι αρκούδες!..Η περιοδεία μου κατόπιν στην Θεσσαλία με την είδησι αυτή έλαβε τον χαρακτήρα θριαμβευτικής πορείας. Όταν μετά καιρό συνάντησα τον μακαρίτη Χριστοβασίλη στας Αθήνας, μου έκαμε φρικτά παράπονα. “Ακούς εκεί να με διαψεύσης. Εγώ βλέπων σ’ εσένα έναν άνθρωπο του μέλλοντος, ηθέλησα με τον μύθον αυτόν να σου δώσω γόητρον!... Διάβολε, δε το είχα σκεφθή! Δεν θυμάμαι πιά πώς από την Καστανιά, τα Τρίκκαλα και την Καλαμπάκα βρέθηκα στον Τύρναβο κι απ’ εκεί από την οροθετική γραμμή στα θαυμαστά Τέμπη. Αναρριχήθηκα στ' Αμπελάκια, όπου έμαθα πως εκείνο το βράδυ είχε φθάσει και ο περίφημος για τις πεζοπορείες του Εφέτης Παρασκευαΐδης. Του μήνυσα πως την άλλη μέρα θα κατέβαινα στη Λάρισα, έξι περίπου ωρών πεζοπορεία, και συνεννοηθήκαμε ν’ ανταμωθούμε την αυγή στον δημόσιο δρόμο για να συναγωνισθούμε!.. Δυστυχώς έφθασα στη Λάρισα δίχως ούτε να με βρή ούτε να τον βρω. Στο Βόλο πήρα το βαπόρι για μικρή ανάπαυσι και έφθασα στη Στυλίδα, απ’ εδώ άρχισα το τελευταίο μέρος της πεζοπορείας: Λαμία, Θερμοπύλαι, Χάνι της Γραβιάς, Άμφισσα. Απ’ εδώ τράβηξα για τους Δελφούς, όπου πήρα ένα οδηγό με μουλάρι, σκεπάσματα και φαγώσιμα και ένα φανάρι για να διώχνει τους λύκους και ανεβήκαμε την υψηλότερη κορυφή του Παρνασσού, όπου φθάσαμε την αυγή για να δούμε μέσα στα χιόνια να βγαίνη ο ήλιος από τη θάλασσα, θέαμα απερίγραπτο!.. Λίγη ανάπαυσι και δρόμο για τους Δελφούς πίσω. Ήτανε η μεγαλύτερη μου πεζοπορεία· από την Άμφισσα 19 ώρες πορεία με μικρά διαλείμματα. Από την εξάντλησι, όταν κατέβηκα κάτω στον Ορχομενό, έπαθα από πυρετούς. Γύρισα στην Αθήνα από τον Ελικώνα και μπήκα στην πρωτεύουσα, όπως ο Σατωβριάνδος, μα κουρέλι από τον κόπο. Στις 20 Ιανουαρίου του 1890 άρχισεν η Ακρόπολις να δημοσιεύη εις σειράν φύλλων τις οδοιπορικές μου σημειώσεις που μ’ έκαναν πιό γνωστό σ’ όλη την Ελλάδα.Τον Μάρτιο κυκλοφόρησε το περί Κύπρου σύγγραμμα μου, με τον τίτλο “Κύπρις”, που περιείχε την τοπογραφία και την ιστορία, με τα πρώτα χρόνια της αγγλικής διοικήσεως, θεωρήθηκε πως το έργον για ένα παιδί 18 ετών ήτο μεγάλο. Ήτο το πρώτο περί Κύπρου νεώτερο βιβλίο γραμμένο με μεγάλο ενθουσιασμό και χρησίμευσε στους δασκάλους ως διδακτικό βιβλίον και για φρονηματισμό της νέας γενεάς. Πήγα στην Κύπρο για να διαδώσω το βιβλίο, γύρισα στας Αθήνας για εξετάσεις και στο τέλος του 1890 πήρα το δίπλωμά μου. Δεν ήμουνα ακόμη 22 ετών. Στη Λεμεσό έκαμα την εποχήν εκείνην την πρώτη διάλεξι “Περί του σθένους και της ενότητας του ελληνισμού” που ενθουσίασε τους συμπατριώτες μου. Η μελέτη αυτή είναι Ανέκδοτη. Ένα απ’ αυτά τα καλοκαίρια που ως φοιτητής ερχόμουνα στην Κύπρο να περάσω τες διακοπές, δεν θυμούμαι ποιο ακριβώς, δεχθήκαμε την επίσκεψι του σημερινού Βασιλέως της Ιταλίας, ο οποίος τότε ταξίδευε ως Διάδοχος ινκόγνιτο με ένα κότερο και με τους υπασπιστές και καθηγητές του. Ο πατέρας μου σαν πρόξενος της Ιταλίας πήγε στο κότερο κι εκάλεσε τους ξένους στο σπίτι μας, όπου ο πρίγκηπας ήλθε με την ακολουθία του κι ήπιαμε στην υγείαν τους ένα ποτήρι παλαιάς κουμανδαρίας. Στον νεαρό ξένο, που δεν αναγνωρίσαμε, εξέφρασα τα παράπονά μας για την ανθελληνική τότε στάσι της Ιταλίας. Ξέφυγε την απάντησι. Ύστερα μάθαμε πως ήτο ο Διάδοχος της Ιταλίας. Ακόμη δεν του επέτρεψα την επίσκεψι. Μια μέρα πήρα τρεις νέους και πήγαμε στον “Άγιον Τύχωνα” όπου μιλήσαμε στους χωρικούς για να μη δεχθούν δασκάλους από τη Φραγκοκκλησιά και κλείσαμε αμέσως το ύποπτο σχολείον. Κάθε χρόνο που πήγαινα από την Κύπρο στας Αθήνας ή γύριζα, περνούσα συνήθως από τη Σμύρνη. Τι χαρά κάθε τόσο να περπατώ στο περίφημο Κε, να τρέχω στο Μπουρνόβα, στον Κιοτσεπέ, τον Καρσίακα. Τί αγάπη που την είχα την Σμύρνη. Θυμάμαι να είχα ακούσει από τον πατέρα μου πως ο παππούς του Σιορ Δημητράκης και ο πατέρας του Σιορ Νικολάκης κάμανε μια φορά έξι μήνες να πάνε στην Πόλι. Ποιος ξέρει όμως αν ο Σιορ Δημητράκης τον περισσότερο καιρό δεν τον πέρασε στη Σμύρνη, κρατημένος από τις ομορφιές της Κοκόνας Μαρίας που την πήρε για να παρηγορηθή, αφού έχασε την πρώτη του γυναίκα την Μαριού.Την εποχή που πήρα το δίπλωμά μου συνέβη ένα μεγάλο δυστύχημα που βάρυνε στο στάδιο μου. Ο πατέρας μου δυσαρεστήθηκε με τον Επιθεωρητή της Τραπέζης και παραιτήθηκε. Εκτός του ότι δεν είχε δίκιο εις το ζήτημα, για μένα η παραίτησις ήτανε δεινό κτύπημα, γιατί μου εστέρει τα μέσα να μεταβώ στην Ευρώπη για σπουδές, όπως ήτανε το σχέδιο. Ο πατέρας μου μου απάντησε στες παρατηρήσεις μου: “Είμαι εξήντα χρόνων και δεν μπορώ πια να εργαστώ, αποκατέστησα τα τρία παιδιά μου και εσένα σ’ έφερα σε σημείο να μπορής να εργαστής δικηγόρος στην πατρίδα. Με τα μικρά μου εισοδήματα έχω να περάσω με την μητέρα σου. Κάτσε στον τόπο σου, θα πάρης την καλλίτερη και θα με διαδεχθής και στην Βουλή. Το στάδιό σου είναι στρωμένο”. Της αυτής γνώμης ήσαν και η μητέρα και ο αδελφός μου. Εγώ επέμενα πως έπρεπε να τελειοποιηθώ, έστω και αν επρόκειτο να μείνω έπειτα στην Κύπρο κι αποφασίστηκε να με βοηθήσουν για δύο χρόνια στο Παρίσι. Έκαμα ένα ωραίο ταξίδι στην Μικρά Ασία και τράβηξα για τη Γαλλία, γεμάτος από ενθουσιασμό. Στο Παρίσι θεώρησα καλό ν’ αρχίσω μελετώντας πρώτα την πόλι. Αυτό έκανα και σε κάθε μέρος που πήγαινα εις όλην μου τη ζωή. Επί τρεις μήνες το καλοκαίρι του 1891 γύριζα με τα πόδια και με ένα οδηγό στα χέρια το Παρίσι και τα περίχωρα, μελετώντας τα μνημεία, τα ιδρύματα, τα μουσεία κι ό,τι άλλο είχε αξιοθέατο η γαλλική πρωτεύουσα. Στο τέλος τράβηξα πεζός για τες Βρυξέλλες (300 χιλιόμετρα), όπου έφθασα σε έξι μέρες. Πέρασα όλα τα μέρη της Βορείου Γαλλίας και του Βελγίου που επεσκέφθηκα έπειτα από το μεγάλο πόλεμο ερειπωμένα. Η πεζοπορεία στην Ευρώπη ήτο άλλο πράγμα από την πεζοπορεία στην Ελλάδα με την πρωτόγονο κατάστασι. Ένας ωραίος δρόμος πλακοστρωμένος και δεντροφυτεμένος από το Παρίσι στες Βρυξέλλες. Κάθε λίγο στη Γαλλία ταβέρνες παστρικές με ζύθο μια δεκάρα το ποτήρι. Στο Βέλγιον κοπέλλες δροσερές να οδηγούν καροτσάκια με σκύλους που τραβούσαν τα διάφορα προϊόντα. Γάλα σε κάθε βήμα. Ξενοδοχεία παστρικά με λουτρό. Ευδαιμονία.Τον Οκτώβριο γράφτηκα στην Σχολήν των Πολιτικών Επιστημών, όπου ακολούθησα διάφορα μαθήματα όλων των τμημάτων. Σ’ ένα βουλευτήριο που κάναμε οι μαθητές για άσκησι υπήρξα ο ηγέτης της σοσιαλιστικής μεταρρυθμιστικής ομάδας. Στη Σχολή έκαμα και διαλέξεις περί Ελλάδος. Στο Παρίσι ήμουνα συγχρόνως και ανταποκριτής της Ακροπόλεως, αι δε ανταποκρίσεις μου αφήκαν εποχή. Κατώρθωσα να μείνω τρία χρόνια. Ασχολήθηκα εις όλων των ειδών τες μελέτες. Κατόπιν συστάσεως της ελληνικής Πρεσβείας έλαβα την άδεια να επισκεφθώ και μελετήσω τες κυριότερες γαλλικές φυλακές. Έκαμα και έξι μήνες ακόλουθος εις το Υπουργείον των Οικονομικών για την μελέτη των Οικονομικών. Τα δικά μου όμως οικονομικά ήσαν χειρότερα από τα ελληνικά. Η διαμονή μου στο Παρίσι είχε καταντήσει ολίγον μαρτυρική. Ως ανταποκριτής της Ακροπόλεως κέρδιζα πολύ λίγα. Από το σπίτι μου δε πολύ λιγότερα μου έστελναν. Στενοχώρια λοιπόν διαρκής και εμπόδιο στη μελέτη. Μα στο Παρίσι ένας νέος δε θέλει και πολλά να χαρή· η γενική απενταρία των σπουδαστών έφερνε παρηγοριά. Μια νύκτα ήμουνα απένταρος κι επερίμενα και συντροφιά. Συμφορά!.. Λοιπόν εις το βάθος του αθλίου πορτοφολιού μου ανακάλυψα έξαφνα μισό χρυσό λουδοβίκι. Ποτέ δεν υπήρξα τόσον πλούσιος κι ευτυχής. Χαλάσαμε το Παρίσι 24 ώρες. Καϋμένο Καρτιέ Λατέν! Ποιος σ’ έζησε και σε ξεχνά!..
Το καλοκαίρι του 1895 γύρισα στας Αθήνας, όπου έτυχα θερμής υποδοχής. Η αρθρογραφία μου στην Ακρόπολιν, που εζήτει να δημιουργήση νέα κατάστασι, είχε αναστατώσει την νεολαία. Έπειτα από την χρεωκοπία η Ακρόπολις ήτανε επί κεφαλής μιας εξεγέρσεως για καλλίτερο πολιτικό βίο. Την 20ήν Αυγούστου συνέβη η καταστροφή των γραφείων της Ακροπόλεως. Οι δράσται φοβέριζαν να εμποδίσουν την έκδοσιν της εφημερίδος. Πήγα τότε στον Τρικούπη Πρωθυπουργόν, κι εκ μέρους των συνεργατών της εφημερίδος έκαμα έντονα παράπονα. Μου υπεσχέθη να λάβη μέτρα. Το βλέμμα του ήτο αυστηρόν, αλλά και περίλυπον. Ήτανε ήδη στην πτώσιν του. Εις την δίκην των κατηγορουμένων για την καταστροφήν των πιεστηρίων, ο δικηγόρος τους, πολύ γνωστός πολιτευτής, καταγγέλλοντας τους συνεργάτας της Ακροπόλεως που κτυπούσαν τα κόμματα, με ωνόμασε προσωπικώς “κατάπτυστον προδότην”!..
Τον Οκτώβριον εξέδωκα τα “Όνειρα” πρωτότυπον μυθιστόρημα που είχα γράψει στο Παρίσι και εκρίθη τότε καλά, αλλά σήμερον έχει ξεχαστή. Ήτο γραμμένο στην καθαρεύουσα και ο πατριωτικός ρωμαντισμός του δεν θα είχε θέσι σήμερα. Περίεργο πώς το έγραψα στην καθαρεύουσα, ενώ την εποχή εκείνη είχα αρχίσει να γράφω άρθρα στη ζωντανή γλώσσα. Ο Ροΐδης μου έγραψε “πώς εις την καθαρεύουσαν δεν δύναται να γραφή τίποτε καλόν”. Και όμως μόνον εις την καθαρεύουσαν έγραφε.Τον Δεκέμβριον πήρα την άδεια του δικηγόρου και την ελληνικήν ιθαγένειαν. Τον Μάρτιον του 1895 εξέδωκα την μελέτη μου “Περί φυλακών και φυλακισμένων εν Ευρώπη και εν Ελλάδι”, όπου εσύγκρινα τες φυλακές της Ελλάδος με τες ευρωπαϊκές. Είχα διορισθή μέλος της εις το Υπουργείον της Δικαιοσύνης Επιτροπής για τη διόρθωσι των φυλακών, και ειργάσθηκα για τον νέο κανονισμό του Αβερωφείου. Έκαμα πολλές επισκέψεις στες άθλιες φυλακές μας, έκαμα διαλέξεις για το ζήτημα κι έγραψα πλείστα άρθρα. Η μελέτη μου αυτή συνεκίνησε τον κόσμο. Ο Συγγρός μου έστειλε για τα έξοδα της εκτυπώσεως 100 φράγκα!.. Ο Βασιλεύς Γεώργιος με εκάλεσε στο Παλάτι, άνοιξε συζήτηση μαζί μου, η οποία κατέληξε σε συνέντευξι που δημοσιεύτηκε εις το φύλλο της Ακροπόλεως 17 Μαρτίου 1895 και προξένησε κατάπληξι. Ο Βασιλεύς για πρώτη φορά απαντούσε στες επικλήσεις που του έκαναν, ιδίως η “Ακρόπολις”, να ηγηθή μιας νέας καταστάσεως, και εξηγούσε τους λόγους της αρνήσεώς του.Θύελλα από διαμαρτυρίας και ύβρεις εναντίον μου ακολούθησαν στα κομματικά φύλλα, που έβλεπαν με κακό μάτι την κίνησι, που ωδήγησε στην δημιουργία του “Ανεξάρτητου Εκλογικού Κέντρου”, το οποίον είχε σχηματισθή με τον σκοπόν να προτείνη στες επικείμενες εκλογές νέες υποψηφιότητες. Την 24η Μαρτίου εξεφώνησα τον πρώτο πολιτικό μου λόγο στο Κέντρο.Ακολούθησαν διαλέξεις μου σε διάφορα μέρη και άρθρα στα ανεξάρτητα φύλλα. Κατόπιν περιώδευσα τες Επαρχίες, πήγα στην Ολυμπίαν για τες εορτές του Κουρτίου και μίλησα στον Πύργον και τα Λεχαινά: για τους λαϊκούς υποψηφίους της Ηλείας. Εγώ δεν έβαλα υποψηφιότητα, μα πήρα το χρίσμα για το μέλλον. Στες εκλογές όμως εθριάμβευσεν ο Δεληγιάννης για να αποτελειώση το έργον του. Τον Μάϊον πηγαίνοντας στην Κύπρο πέρασα από την Αίγυπτον, όπου ο Γ. Πρόξενος Γρυπάρης με πήρε στον Χεδίβην, με τον οποίον έλαβα συνέντευξι, κι ανέβηκα στες Πυραμίδες. Τες εντυπώσεις μου δημοσίευσα στην “Ακρόπολιν”. Γράφοντας σε μια ανταπόκρισι πως μερικοί Έλληνες της Αιγύπτου νοθεύοντας τα ελληνικά κονιάκ έγιναν αιτία του αποκλεισμού των, έδωκα αφορμή σε μεγάλο καυγά. Δυο ελληνικές εφημερίδες τσακώθηκαν πάνω σ’ αυτό· η μία υπέρ και η άλλη κατά. Ανάστατος ο Ελληνισμός της Αιγύπτου. Η “Ακρόπολις” εκάη στην Ελληνικήν Λέσχη Αλεξανδρείας και πολλοί συνδρομηταί επέστρεψαν το φύλλο. Ο καυγάς έφθασε μαζύ μου και στην Κύπρο, όπου μια εφημερίς ανέλαβε υβριστικόν αγώνα εναντίον μου. Έγραψα εις απάντησίν μου την Προς τους εν Αλεξανδρεία ομογενείς επιστολήν μου. Πάτησα το χώμα της Κύπρου με μεγάλη συγκίνησι ύστερα που για πρώτη φορά είχα λείψει 4 χρόνια από την πατρίδα, κι έσφιξα τρυφερά την μητέρα μου στην αγκάλη μου. Ο πατέρας μου ήταν διαρκώς ενοχλημένος με την τόση δράσι που κρατούσε το όνομά μου στην “ημερησία διάταξι”. Οι λόγοι μου, οι συνεντεύξεις μου, οι διάφορες πολεμικές στας Αθήνας, την Αίγυπτον, την Κύπρον, τον ερέθιζαν. Τ’ όνομά μου ήτανε παντού. Οι γονείς μου με ήθελαν κοντά τους, ήσυχον εργάτην του καλού, συνεχιστήν στο νησί μας των οικογενειακών μας παραδόσεων. Εγώ σήκωσα νέα σημαία ανταρσίας, να φύγω για την Αγγλία, να τελειώσω εκεί τις σπουδές μου και να μάθω και καλά εγγλέζικα. Έκαμα ένα μικρό δάνειο, κάτι μου υπεσχέθηκε πάλιν ο πατέρας μου και τράβηξα για το Λονδίνο. Πήγα καθ’ οδόν να δω την Μακεδονία που ήτανε σε αναβρασμό. Από τη Θεσσαλονίκη, όπου ο αδελφός μου ήτανε υποδιευθυντής της Οθωμανικής Τραπέζης, τράβηξα για τα Σκόπια και απ’ εκεί για το Βελιγράδι. Είχα πάρει την ανταπόκρισι της “Ακροπόλεως”, στην οποίαν έστειλα περιγραφές του ταξειδιού, σπουδαίες συνεντεύξεις με τους Σέρβους Υπουργούς και πολιτευόμενους, Ήσαν όλοι υπέρ της Ελληνοσερβικής συμμαχίας. Διέσχισα την Ευρώπη σιδηροδρομικώς και στάθμευσα προ πάντων στη Βουδαπέστη, σειρήνα του Δούναβη και στο Μόναχον, όπου εχόρτασα γερμανικά λουκάνικα και μπύρα σερβιρισμένα από αβρές Φροϊλάϊν. Ταξείδια αλησμόνητα.Στο Λονδίνο έμεινα 19 μήνες, μελετώντας την γλώσσα, τους αγγλικούς θεσμούς και την αγγλική ζωή. Ευκαιρία παρουσιάσθηκε να μπω τότε στα μεγάλα καταστήματα Ράλλη, αλλ’ έπρεπε να παραιτηθώ της πολιτικής και της δημοσιογραφίας. Δυστυχώς ήμουνα πιασμένος στα δίκτυά τους. Και πόσες άλλες ευκαιρίες δε μου παρουσιασθήκανε για να αποκατασταθώ καλά στο Λονδίνο. Μα με έτρωγε η ιδέα. Πέρασα οικονομικές στενοχώριες στο Λονδίνο. Σε τούτο το μεταξύ ο Δεληγιάννης αγρίεψε και πάλι. Νέος Ελληνοτουρκικός πόλεμος, Τουρκικές θηριωδίες στην Μακεδονία κατήγγελλεν ο Γλάδστων· το φυλλάδιόν του το μετάφρασα και το ‘στειλα στην Αθήνα, όπου δημοσιεύθηκε από ένα εκδότην. Ελληνοτουρκικός πόλεμος. Έπρεπε να γυρίσω στας Αθήνας όπου ο Καλλισπέρης, αυτοδιορισθείς λοχαγός των Γαριβαλδινών, μου πρότεινε να με κάμη Δεκανέα και να εκστρατεύσωμεν εναντίον των Τούρκων, οι οποίοι έως ότου καταταχθώ είχαν φθάσει έξω από την Λαμίαν. Σωτηρία επέμβασις των Δυνάμεων, ανακωχή, ανατροπή του Δεληγιάννη. Μετέβηκα στο στρατόπεδο, όπως δω την κατάστασιν και ιδιαιτέρως επισκεφθώ τους πολυάριθμους Κυπρίους εθελοντές, που δεν είχαν προφθάσει να σκοτωθούν· ο νέος Πρωθυπουργός Ράλλης μου είπε να τον βοηθήσω στην επιστροφή των συμπατριωτών μου εθελοντών. Πέρασα 15 μέρες στο θλιβερό στρατόπεδο των Θερμοπυλών, πεζοπορών από καταυλισμού σε καταυλισμό. Παραπέρα ήσαν στρατοπεδευμένοι οι Τούρκοι. Περίλυποι οι αξιωματικοί μας μου έδειχναν με τις περιποιήσεις τους την εκτίμησί τους. Στην Αγία Μαρίνα, όπου ναυλοχούσε ο στολίσκος μας, με φιλοξένησε στην Ναυαρχίδα του “Ψαρρά” ο Ναύαρχος Μιλτιάδης Κανάρης, με τον οποίον είχα τελευταίως στενά συνδεθή. Ο καλός Ναύαρχος είχε αναπετάσει την σημαία της Εθνοσυνελεύσεως για την μεταρρύθμισιν του πολιτεύματος, κι εγώ αρθογραφούσα ζωηρά για τον αυτόν σκοπόν στην “Ακρόπολιν”, γράφων συνεχώς απ’ όλα τα μέρη. Τα ξανάπαμε με τον Ναύαρχον θλιμμένοι και απορούντες. Εκεί στην παραλία σ’ ένα μικρό σπιτάκι έμενε και ο Διάδοχος Κωνσταντίνος. Πήγα και τον επισκέφθηκα. Η φαυλοκρατία τού είχε φορτώσει όλα τα κρίματά της. Η συνέντευξίς μας δημοσιεύθηκε στην “Ακρόπολιν” την 13η Σεπτεμβρίου (1897) και έγινε αφορμή πολλών σχολίων. Νομίζω πως και τότε ορθώς έκρινα τα πράγματα και πως για την τότε καταστροφή δεν έπρεπε να κρατήσωμε υπεύθυνον τον Διάδοχον. Σε λίγο επέστρεψε στας Αθήνας.Εγώ γύρισα από το στρατόπεδο άρρωστος με τύφο. Στο Λονδίνο είχα αρπάξει ένα τρομερό κρυολόγημα από την ηρωϊκή μου απερισκεψία να περιφέρωμαι και στα ψυχρά μέρη δίχως επανωφόρι. Το κρυολόγημα αυτό έμεινε μέσα μου όλη μου τη ζωή. Η καϋμένη η μητέρα μου μού είχε πολλές φορές πη πώς ο άνθρωπος έχει ωρισμένες δυνάμεις και αντοχήν. “Μια μέρα θα πάθης” και την έπαθα. Αν δεν έπαθα χειρότερα, το χρεωστούσα στην κράσι μου και την σκληραγωγία. Είχα κρυάδες συνεχείς και τον Αύγουστον καθόμουνα μ’ επανωφόρι στον ήλιο. Το μικρόβιο του τύφου που περιδιάβαζε στο στρατόπεδο βρήκε αδύνατον τον οργανισμόν μου. Όταν γύρισα στας Αθήνας, μετακομίσθηκα από το σπίτι μου στον Ευαγγελισμόν αναίσθητος. Πέρασα ένα μήνα μεταξύ ζωής και θανάτου. Τί τρομερή αυτή η ασθένεια. Αλλά και πόσον ωραία η ανάρρωσις· νομίζει κανείς πως ξαναγεννάται έπειτα από τον τύφο. Όλος ο κόσμος μου φαινότανε ωραίος. Η βασίλισσα Όλγα ήλθε πολλές φορές και με είδε και διέταξε μάλιστα να πληρωθή από το Ανακτορικό Ταμείο η νοσηλεία, μα εγώ δεν δέχτηκα, αν και ήμουνα πτωχός, γιατί είπα στο γραμματικό της Μεσσαλά που ήλθε να μου αναγγείλη την απόφασιν της Βασιλίσσης, πως ό,τι έγραψα ήτανε η πεποίθησίς μου και πως δεν ήθελα να ‘χω καμμία υποχρέωσι. Δανείσθηκα και πλήρωσα. Βγήκα από τον Ευαγγελισμό δίχως δυστυχώς να θεραπευθώ και από την κυρία ασθένεια, η οποία με εβασάνισε πολλά κατόπιν χρόνια παρ’ όλες τες προσπάθειες και εκφυλίστηκε σε χρόνια ελονοσία. Σε κάθε κρυολόγημα και σε κάθε κόπο αρρωστούσα με υποθερμίαν ή πυρετόν· οι γιατροί τα χάσανε· έγινα μόνος μου γιατρός του εαυτού μου. Στα χρόνια νοσήματα, γιατρός είναι ο άρρωστος. Η ελονοσία πολέμησε να με θάψη, μα βρήκε γερό οργανισμό και επίμονη αντίστασι και σιγά-σιγά εκφυλίστηκε και χάθηκε. Μα το αγγείο είχε ραγισθή· δεν ήμουνα πια ο παλαιός ήρωας της σκληραγωγίας. Εύρισκα όμως πάντα αρκετές δυνάμεις για τις προσφιλείς μου πεζοπορείες που ποτέ δεν λησμόνησα. Πέρασα το 1898-99 στας Αθήνας, γράφοντας στις εφημερίδες, πηγαίνοντας στα Ποινικά Δικαστήρια και ομιλώντας από όλα τα βήματα των Αθηνών. Οι φοιτηταί με καλέσανε στο Πανεπιστήμιο και τους μίλησα για την κατάστασι και το μέλλον. Μεταξύ των επικηδείων λόγων ιδιαιτέρως άξιζε ο λόγος μου στην κηδεία του μεγάλου πατριώτη Γεωργίου Γουσίου. Το καλοκαίρι του 1899 πήγα στην Κύπρο. Έμενε πάντα ανοικτό το ζήτημα της αποκαταστάσεώς μου. Εκεί άρχισα μία σειράν άρθρων στην “Αλήθεια” της Λεμεσού, γραμμένων επαναστατικά που προκάλεσαν συζητήσεις, απαντήσεις, πολεμικές και βρισιές από μέρους των ολίγων εχθρών που είχα κατορθώσει να δημιουργήσω παντού.

Έκαμα περιοδείες και έλαβα τον λόγον παντού. Έκανα και στην υπόδουλο Ελλάδα το κήρυγμα του νέου Εθνικού βίου που έκανα και στην ελεύθερη. Πέρασα ένα ωραίο καλοκαίρι με τις οικογένειες του αδελφού μου και των αδελφάδων μου που μαζευτήκαμε όλοι από παντού στες ωραίες εξοχές της πατρίδος. Είχα πια δηλώσει εις όλους, ότι δε με χωρούσε η Κύπρος και πως έπρεπε να γυρίσω πίσω στους αγώνες μου. Γύρισα κατά μήνα Σεπτέμβριον, αφού επισκέφθηκα τες Ελληνικές παροικίες των παραλίων της Μικράς Ασίας. Τες εντυπώσεις μου δημοσίευσα εις σειράν φύλλων του “Άστεως”. Τέλος άνοιξα δικηγορικόν γραφείον και μαζέψας τους Κυπρίους των Αθηνών ίδρυσα τον Πατριωτικόν Σύνδεσμον των Κυπρίων. Αλλ’ από δικηγορία δεν είχα προκοπή· θα διέπρεπα στα Ποινικά μα να σας πω πως ο κυριώτερος λόγος που μισούσα την δικηγορία ήτανε η αθλία κατάστασι των δικαστηρίων. Τον Φεβρουάριον του 1898 στάλθηκα ως ανταποκριτής της “Ακροπόλεως” εις περιοδείαν ανά την Ελλάδα όπου ανέπτυξα το πρόγραμμά μας σε ομιλίες και ανταποκρίσεις. Εις το Βόλο εξεφώνησα λόγο που συνεκίνησε τα πλήθη.
Κατόπιν έγινα συνεργάτης του “Νεολόγου” που από την Κωνσταντινούπολιν ήλθε στας Αθήνας. Με έστειλε εις περιοδείαν ανά τα Κράτη του Αίμου, θαυμάσια ευκαιρία να ταξιδεύσω, να μελετήσω τον υπόδουλον Ελληνισμόν και να χαρώ την μεγάλην ζωή του δημοσιογράφου. Έκαμα ένα από τα ωραιότερα ταξείδια της ποιητικής νεότητάς μου. Πήγα στην Κωνσταντινούπολιν σαν σε προσκύνημα· μπήκα στα Στενά μαγεμένος και βγήκα από τον Βόσπορο εκστατικός. Ο Ελληνισμός ήτανε ακόμη ακέραιος. Τί πηγή εμπνεύσεως, γοητείας, μέθης αυτή η Σταμπούλ. Από γωνιά σε γωνιά, από λόφο σε λόφο, από προαστείου σε προάστειο, ανά τα νεκροταφεία, τα τζαμιά, τα τείχη, τα σεράγια, τα Γλυκά Νερά, γύριζα σα μεθυσμένος. Όλες οι ηδονές της Ανατολής μαζεμένες εδώ. Ο πρέσβυς μας αείμνηστος Μαυροκορδάτος με πήρε στο περίφημο προσκύνημα του Χαμήτ, μπήκα στους μυρωμένους κήπους του Γυλδίζ. Τέλος, μου έδωκε ένα καβάση για να κάμω τον γύρο των Τειχών με επίσημη άμαξα. Άλλες συγκινήσεις στο Φανάρι, στες Βλαχέρνες. Πού να τα ξαναπώ. Στον “Νεολόγο” έστειλα μακρές ανταποκρίσεις. Από την Τουρκία πήγα στην Βουλγαρία· η Ανατολική Ρωμυλία ήτανε ακόμη Ελληνική. Φιλιππούπολις, Αγχίαλος, Πύργος, Βάρνα. Στη Σόφια είδα σφρίγος που μ’ έθλιψε. Διέπλευσα τον Δούναβι κι επεσκέφθηκα κατόπιν όλην την Ρουμανίαν από πόλι σε πόλι, γενόμενος εγκάρδια δεκτός από τες Ελληνικές παροικίες και απολαύων της ρουμανικής ζωής που ξέρουν όσοι ταξίδεψαν εκεί. Διέσχισα τη Μαύρη θάλασσα και γύρισα στας Αθήνας από την Νότιο Ρωσσίαν. Στην Οδησσό με δέχθηκε ευγενικά ο Μαρασλής, στην θαυμασία έπαυλί του, ένα απέραντο άλσος. Τις εντυπώσεις από όλο το ταξείδι έστειλα στον “Νεολόγο”. Επειδή δε εύρισκα πως τα άλλα Κράτη του Αίμου ήσαν πολύ πιο προοδευμένα τότε από την Ελλάδα, ευρέθηκαν φύλλα των Αθηνών που με ‘βρίσαν. Σ’ όλη μου τη σταδιοδρομία έτσι μάζευα στο δρόμο μου δόξες μαζί με βρισιές. Στες δημοτικές εκλογές του 1899 νόμισα πώς ήμουνα αρκετά γνωστός για να δώσω την πρώτην εκλογικήν μάχην. Εξετέθηκα ανεξάρτητος υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος. Έγραψα ένα πρόγραμμα για τας ανάγκας των Αθηνών, το μοίρασα σ’ όλο τον κόσμο και μ’ αυτό περίμενα να με ψηφίσουν. Θυμάμαι πως έγραφα μέσα. “Ξέρετε ποιος είμαι· εγώ ούτε κερνώ, ούτε κερνώμαι. Αν θέλετε νέους άνδρες, ψηφίστε με!..”. Το κήρυγμά μου έπιασε· πέτυχα σ’ όλα τα εκλογικά τμήματα των Αθηνών, μαυρίστηκα όμως στα χωριά, που δεν ήξεραν παρά μόνον τους Αττικάρχες. Στο σύνολον ήλθα επιλαχών. Επιτυχία εν τη αποτυχία!.. Και όμως λυπήθηκα: πολύ. Στον “Νεολόγο” δημοσίευσα την εποχήν αυτήν και δύο έργα της Μαρίας Κορέλλη κατά μετάφρασί μου από το Αγγλικό. “Τά Βάσανα του Σατανά”, στα οποία η μεγάλη Αγγλίδα συγγραφεύς σατύριζε την Αγγλικήν αριστοκρατία και τον “Βαραββάν” όπου περιγράφεται η ζωή της Ιουδαίας μαζί με τα Πάθη του Χριστού. Ο “Βαραββάς” αφήκε εποχήν. Εξεδόθη από τον Μ. Σαλίβερον σε ιδιαίτερο βιβλίον. Και αφού εξαντλήθηκε, έγιναν νέαι εκδόσεις σε χιλιάδες αντίτυπα. Αναδημοσιεύθηκε πολλές φορές στην Αμερική και σε όλη την Ελλάδα χάρις εις το ενδιαφέρον του θέματος, την τέχνην της συγγραφέως και την κατάλληλη μετάφρασι. Υπήρξε ένα από τα Ελληνικά βιβλία πού περισσότερο διαβάζονται έως σήμερον.

Στις Κυπριακές Φορεσιές, περιγράφεται η Κυπριακή Έκθεση στο Ζάππειο Μέγαρο του 1901.
Το καλοκαίρι του 1900 έφυγα για την Κύπρο με μεγάλη αποστολήν. Είχα αναλάβει ως Πρόεδρος του Πατριωτικού Συνδέσμου των Κυπρίων να οργανώσω στας Αθήνας μίαν Κυπριακήν Έκθεσιν. Όταν έρριψα την ιδέαν, με πήραν για τρελλό. Ένας νέος να οργανώση μία έκθεση με 100 δραχμές στο ταμείο του Συλλόγου!.. Η Ζάππειος Επιτροπή μου ‘δωκε το μισό Ζάππειο, που έμενε νεκρό και κλειστό και άνοιξα διάπλατες τες πόρτες του στη ζωή. Σε δύο χρόνια μάζεψα όσα χρήματα χρειάζονταν, μάζεψα τα εκθέματα, έκαμα την Έκθεσι, επέστρεψα όσα εκθέματα δεν πωλήθησαν και έκλεισα με έλλειμμα έξι λιρών, τας οποίας δανείστηκα και τις πλήρωσα μετά καιρό από την τσέπη μου!.. Αυτό ήτο η μόνη μου αμοιβή. Ενήργησα ως εξής. Σχημάτισα μια Επιτροπή τιμητική, υπό την προστασίαν της οποίας έβαλα την Έκθεσι με τον Πρόεδρον του Ζαππείου Αλέξανδρον Ζαΐμην επί κεφαλής. Έκαμα ένα μικρόν έρανον μεταξύ μας, και δημοσίευσα την Προκήρυξι της Εκθέσεως, έπειτα άνοιξα ένα μεγάλο έρανο μεταξύ των Κυπρίων εις την Αίγυπτο και κατόπιν πήγα στην Κύπρο, όπου τους πήρα σβάρνα όλους. Μεγάλα πράγματα δεν μάζεψα, μα φασούλι-φασούλι γεμίζει το σακκούλι. Συγχρόνως γύρισα όλην την Κύπρο πότε με αμάξι πότε με μουλάρι και σε κάθε μέρος όπου άξιζε τον κόπο εστάθμευα και αγόραζα εκθέματα, φαγώσιμα, ενδύματα, υφάσματα, παλαιές φορεσιές. Στη Λευκωσία ανάθεσα σ’ ένα Έμπορο να φέρη στήν Έκθεσι όλα τα είδη των εγχωρίων μεταξωτών και υφασμάτων. Σ’ έναν άλλον να μαζέψη απ’ όλα τα κεντήματα της Κύπρου και να φέρη μια μεγάλη συλλογή. Από τότε διαδοθήκανε σ’ όλο το κόσμο τα περίφημα κεντήματα της Κύπρου. Βρήκα χορευτές, υφάντριες κι έναν εργολάβο να αγοράση ζώα όλων των ειδών, τα περίφημα γαϊδούρια και τα μουλάρια της Κύπρου και να τα φέρη στην Έκθεσι. Σ’ ένα μοναστήρι είχα βρη την εικόνα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού που τον είχαν κρεμάσει το 1821. Κατασκεύασα απ’ αυτήν φωτογραφίες και παρήγγειλα στον Μπονάνο μαρμάρινη την προτομή του εθνομάρτυρα για να στηθή στην είσοδο της Εκθέσεως. Επειδή τα ζώα στοίχιζαν πολύ, πήγα στην Κρήτη και προπούλησα μέρος στην Κρητική Κυβέρνησι του Πρίγκηπα Γεωργίου, κι η Ελληνική Κυβέρνησις δέχτηκε να πάρη τα άλλα μισά αφού κλείση η Έκθεσις. Ο κύριος χαρακτήρας της Εκθέσεως ήτο εθνολογικός. Επεστάτησα και κατεσκευάσθησαν δώδεκα ενδυμασίες, τες φόρεσα σε ανδρείκελα και έτσι σχηματίσθηκε μια λαμπρά συλλογή των συγχρόνων ενδυμασιών της Κύπρου, που μετά το πέρας της Εκθέσεως εδώρησα εις το Εθνολογικόν Μουσείον Αθηνών όπου και είναι.
Κυρία των πόλεων της παλαιάς εποχής. Ενδυμασία της μητέρας μου. (Από την Έκθεσι 1901)

Εξήντα κιβώτια γεμάτα εκθέματα φόρτωσα για τον Πειραιά. Η Κυβέρνησι μου παραχώρησε την ατελή εισαγωγή. Μέσα στο Ζάππειον εργάστηκα σκληρά μήνες για να στήσω μόνος μου με λίγα παιδιά την Έκθεσι. Συγχρόνως επρότεινα να γίνουν στο Στάδιον αγώνες και η Επιτροπή προεκήρυξε τους πρώτους Πανελλήνιους Αγώνες.
Ο Χ. Νάνος Α΄, και ο Α. Κουτουλάκης Β΄ στα 1500 μ.(4΄281/5΄΄ και 4΄30΄΄ αντιστοίχως)
Την Άνοιξι του 1901 εθριάμβευα. Ήτο η πρώτη μεγάλη μου επιτυχία. Ναύλωσα ένα βαπόρι και δυο τρεις μέρες προτού ανοίξη η Έκθεσις, έφτασαν τα ζώα, οι χορευτές, τραγουδιστές, και λοιποί.Συγχρόνως 100 περίπου Κύπριοι άνδρες και γυναίκες αντιπροσωπεύοντες όλες τες τάξεις, Βουλευτές, δημοσιογράφοι, δάσκαλοι, Κυρίες. Μέσα στο Ζάππειο έκαμα αίθουσα της νέας βιομηχανίας, ένα σπίτι χωριάτικο και αναπαράστησα όλη τη ζωή της νήσου, την ελληνική της ζωή, κυλικείο με κυπριακά φαγώσιμα και ποτά, μια σκηνή με Κυπρίους χορευτές και τραγουδιστές. Την 25ην Μαρτίου ο Δήμαρχος Μερκούρης άνοιξε την Έκθεσι, γιατί ένεκα η διπλωματία ο Βασιλεύς και η Κυβέρνησις δεν έλαβαν επίσημο μέρος. Έβγαλα ένα λόγο τότε που έκαμε εντύπωσι. Επηκολούθησαν υποδοχές, γεύματα, ενθουσιασμοί. Οι Κύπριοι εκδρομείς γύρισαν στην Κύπρο μέσω Κρήτης όπου έγιναν δεκτοί με μεγάλο ενθουσιασμό.Ένεκα η διπλωματία ο Βασιλεύς ήλθε στην Έκθεσι την άλλη μέρα του ανοίγματος και με συνεχάρη, ήπιαμε κουμανταρία υπέρ της Κύπρου κ.λπ., καθώς και ο Θεοτόκης Πρωθυπουργός. Αυτός μου μήνυσε πως αν δεν μου ‘δινε παράσημο ήτο ένεκα η διπλωματία!.. Μα αν έπαιρνα παράσημο κάθε φορά πού έκανα κάτι για το Έθνος, έπρεπε να ‘χα έως τώρα το Μεγαλόσταυρο. Μα ποτέ μου δεν κυνήγησα παράσημα.Παρά τις τόσες φροντίδες μου για την Έκθεσι, το 1901 εξέδωκα την “Κωνσταντινούπολιν λήγοντος του δεκάτου εννάτου αιώνος”. Ήτο μια πλήρης περιγραφή της Κωνσταντινουπόλεως γραμμένη ολίγον αλλά Αμίτσι, με ελληνικόν όμως παλμόν, εντυπώσεις το πλείστον από το ταξίδι μου στην Πόλι. Δεν αγάπησα στη ζωή μου ένα τόπο σαν την Κωνσταντινούπολι.Όταν γύρισα στην Κύπρο το καλοκαίρι, για να επιστρέψω τ’ απούλητα εκθέματα και πουλήσω τα υπολείμματα, έβραζε το Αρχιεπισκοπικό ζήτημα, που βασάνισε τους Κυπρίους δέκα χρόνια.Είχε πεθάνει ο Αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος και για την εκλογή του διαδόχου του είχεν ανοίξει μια φοβερή πληγή στο σώμα της Κύπρου. Τακτικός κανονισμός εκλογής δεν υπήρχε παρά μόνο στους Κώδικες της Εκκλησίας. Αν η εκλογή γινότανε κατά τα παλαιά, δεν θα εγεννάτο ζήτημα, αλλά κατά τα τελευταία χρόνια είχαν δημιουργηθή με την “Βουλήν” οι πολιτικοί και με αυτούς τα κόμματα που ανακατεύοντο εις όλα. Συγχρόνως Βουλευταί επεκράτησε να εκλέγωνται και κληρικοί, επειδή δεν υπήρχαν ακόμη οι δικηγόροι που κατέκλυσαν την Κύπρο κατόπιν. Υποψήφιοι Αρχιεπίσκοποι ήσαν δύο Κύριλλοι, ο ένας Μητροπολίτης Κιτίου και ο άλλος Μητροπολίτης Κερύνειας. Τον πρώτον, Βουλευτήν συγχρόνως, ήθελαν όλος σχεδόν ο λαός. Δεν τον ήθελε ένα μικρό κόμμα που εξεμεταλλεύετο την Αρχιεπισκοπή και τα Ιερά Ιδρύματα. Αυτό το κόμμα εγκατέστησε δική του Διοικούσα Σύνοδο και εμπόδισε επί δέκα έτη την κανονική λειτουργία τού Περί εκλογής Αρχιεπισκόπου Κανονισμού. Ο αγώνας αυτός υπήρξε και ηθικώς και υλικώς καταστρεπτικός για την Κύπρο. Ήτο ένας εμφύλιος πόλεμος από τους γνωστούς στην ιστορία της Ρωμηοσύνης.Όταν έφθασα στην Κύπρο, έπειτα από την Έκθεσι, ο κόσμος όλος περίμενε να δη με ποια μερίδα θα πάω. Οι Κυρηνειακοί που ήξεραν πως δεν μπορούσα να πάω μαζύ τους, μου είπαν “να μείνης παγκύπριος· νά μην ανακατευθής στα κομματικά”. Μα εγώ δεν υπήρξα ποτέ της ιδέας, ότι έπρεπε ένας πατριώτης σαν και μένα, να μη έχη γνώμη σ’ ένα τόσο σπουδαίο ζήτημα για να γίνεται είδωλον όλου του κόσμου. Το πρώτον καθήκον ενός πατριώτου είναι να έχη γνώμη σε κάθε περίστασι και ν’ αγωνίζεται σ’ όλα τα ζητήματαΜόλις λοιπόν τελείωσε το ζήτημα της Εκθέσεως και δέχτηκα τες τιμητικές δεξιώσεις που μου ‘καναν σ’ όλα τα μέρη της νήσου για την επιτυχία της Εκθέσεως κι έστησα την προτομή του Κυπριανού εις τον κήπον της Αρχιεπισκοπής, εδήλωσα ότι το δίκαιον ήτο με τους Κιτιακούς, διότι τον Κιτίου ήθελαν τα τρία τέταρτα του λαού, όλοι οι Βουλευταί που εξελέγησαν ήταν υπό την σημαίαν του, ήτανε δε καλύτερος από τον άλλον Κύριλλον, αρχιερέα ενάρετον, μα ανίκανον. Αυτό ήρκεσε για να δεχτώ όλες τες ύβρεις των αντιθέτων. Μια εφημερίς τους έφθασε μάλιστα να μου πει πως καταχράστηκα στην Έκθεσι, αν και είχα δώσει λεπτομερή λογοδοσία που δημοσιεύτηκε και σε φυλλάδιο και αποδείκνυε την εντιμότητα της διαχειρίσεώς μου. Ευτυχώς στην Κύπρον υπάρχουν εγγλέζικα Δικαστήρια και τον συκοφάντη τον πήρα στον Δικαστή που τον κατεδίκασε σε έξι λίρες πρόστιμο και τα έξοδα. Μαζύ με την λογοδοσία είχα εκδώσει και ένα ωραίο Λεύκωμα στο οποίο περιέχονται όσα έγιναν κατά την Έκθεσι και με τις σχετικές εικόνες.Τον Μάρτιον το Κιτιακόν κόμμα μ’ έστειλεν αντιπρόσωπο στην Κωνσταντινούπολιν, όπου εκτός του Οικουμενικού ήτο κι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων και ο αντιπρόσωπος του Πατριάρχου Αλεξανδρείας. Οι Πατριάρχαι μεταξύ των άλλων είχαν να σκεφθούν και για το Κυπριακό. Δυστυχώς ο Ιωακείμ ο Γ’ που φημιζότανε για μεγάλος Πατριάρχης και ήλθε τότε από την εξορία, πήρε στραβά το ζήτημα. Ξεχνώντας πως η Κύπρος ήτο Εκκλησία Αυτόνομος και πως κάθε ελληνική Εκκλησία ήτο ανεξάρτητη από την άλλη και πως ο Οικουμενικός είχε μόνον πνευματικήν υπεροχήν, κηρύχθηκε υπέρ της εκλογής τρίτου. Ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος. Εύκολος συνταγή, αλλά καταστρεπτική αρχή. Δεν ορθοτομούν έτσι τον λόγον της αληθείας, αλλ’ οι ηγέτες βρίσκουν το δίκαιο και το επιβάλλουν. Στην Κωνσταντινούπολιν ήμουνα γνωστός από το άλλο μου ταξίδι. Με πόση χαρά δεν ξανάζησα την Πόλι. Μα τον Πατριάρχη δεν κατώρθωσα να μεταπείσω, αν και της γνώμης μου ήσαν κι οι δύο άλλοι Πατριάρχαι. Η κακή ανάμιξις του Ιωακείμ στο Αρχιεπισκοπικό παρέτεινε τον αγώνα και έμπλεξε τα πράγματα. Οι Κύπριοι του είχαν ζητήσει να στείλουν οι αδελφές Εκκλησίες Επισκόπους για να συμπληρωθή η αντικανονική Σύνοδος που υπήρχε, και ο Πατριάρχης ζητούσε να επιβάλη δικό του Αρχιερέα με την δικαιολογία, ότι έτσι υψώνεται το γόητρον της Μεγάλης Εκκλησίας. Αλλ’ επειδή αυτό που ήθελε δεν ήτο δυνατόν να εφαρμοσθή, το γόητρον είχε καταρρακωθή. Δυστυχώς δεν κατώρθωσα να κρατήσω τον Ιωακείμ από το γλύστρημα. Έζησα μέρες συγκινητικές αλλά και στενόχωρες κάτω από τους ιερούς θόλους του Φαναρίου. Το ζήτημα ήτο προωρισμένο να παραταθή. Γύρισα στας Αθήνας που είχα ανάγκη να συμμαζευτώ έπειτα από τη μεγάλη εργασία της Εκθέσεως, οπόταν μία τρομερή είδησις ήλθε από την Κύπρο. “Η μητέρα μου ήτο βαρειά άρρωστη, η μάνα μου πέθαινε”.Έπρεπε να σπεύσω κοντά της. Ήτανε 64 χρόνων, μα έδειχνε ακόμη κοπέλλα· ένας παλαιός όγκος στο λαιμό πού έπρεπε να τον είχε βγάλει εγκαίρως, γύρισε κακοήθης και την έπνιξε. Τηλεγράφησα να την φέρουν στην Αθήνα για εγχείρισι, μα ήτανε ανωφελές· πέθανε στέκοντας από ασφυξία· οι τελευταίες της λέξεις πού κατόρθωσε να πη ήσαν για μένα. Έφτασα στην Κύπρο οκτώ μέρες μετά τον θάνατο της τον Ιούνιο του 1903. Ο πατέρας μου που ήταν τότε Βουλευτής της έκαμε μεγαλοπρεπή κηδεία. Εγώ μόλις έφτασα πήγα στον τάφο της να σκοτωθώ επάνω. Μα η ευχή της ήτανε να ζήσω, για να την κλαίω όλη μου τη ζωή. Ο θάνατός της ήτανε η μεγαλύτερη λύπη της ζωής μου. Δύο χρόνια την έκλαια μέρα νύκτα, ύστερα στείρεψαν τα δάκρυά μου κι η ιλαρή μορφή της έμεινε στην ψυχή μου σαν μια λάμψι που μου φώτιζε τον δρόμο και θέρμαινε τη ζωή μου.Εδώ τελειώνει το πρώτο στάδιο της ζωής μου. Ήτανε η κατάλληλη στιγμή να μείνω πια στην Κύπρο, κοντά στο γέρο πατέρα μου που με ήθελε σιμά και στον τάφο της μητέρας μου. Αλλ’ εστάθη αδύνατο να συνηθίσω με την ιδέα, ότι έπρεπε να ζήσω μέσα στες αναμνήσεις του πατρικού μου σπιτιού και αποφάσισα να φύγω και πάλιν. Το πεπρωμένον με ωδηγούσε ακόμη μια φορά μακρυά από την Κύπρο.Γύρισα στην Αθήνα· χρειαζόμουνα έναν δυνατό αγώνα για να ξεχάσω. Οι νέες ιδέες είχαν ανάγκην ενός οδηγού και ήμουν ο μόνος που μπορούσα να ιδρύσω ένα δημοσιογραφικό όργανο νέων ιδεών. Είχα εργασθή πολύ για την ίδρυσι ενός Συλλόγου με πρόγραμμα τέτοιο, κι από τον Σύλλογο αυτόν ξεπήδησε η ιδέα της εφημερίδος που ωνόμασα “Μεταρρύθμισιν”. Έκαμα μετοχές και εξεστράτευσα για την συλλογήν του αναγκαίου κεφαλαίου. Επεσκέφθηκα τες ελληνικές παροικίες της Ευρώπης και κατόπιν πήγα στες Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου έμεινα ένα χρόνο. Επεσκέφθηκα εξήντα πόλεις και έφτασα από τον Καναδάν και τους Καταρράκτες του Νιαγάρα στον Άγιο Φραγκίσκο και το Μεξικό. Εις τον Άγιον Λουδοβίκο αντιπροσώπευσα τον ελληνικόν τύπον στο Δημοσιογραφικό Συνέδριον που συνήλθε στην τότε Παγκόσμια Έκθεσι. Θυμάμαι πως μίλησα σε χιλιάδες δημοσιογράφους και πως ανάπλευσα τον Μισισσιπή σ’ ένα καράβι με δύο χιλιάδες συναδέλφους αρσενικούς και θηλυκούς. Μίλησα εις όλες τες ελληνικές παροικίες που με υποδέχουνταν με πολλήν αγάπη. Οι μετανάστες τότε είχαν νωπή την ανάμνησι της κακοριζικιάς της Ελλάδος κι ο πόθος των για την καλλιτέρευσι ήτανε μεγάλος. Εντυπώσεις του μεγάλου αυτού ταξειδιού δημοσίευσα εις το ‘’Εμπρός’’.Μπορώ να πω πως είχα επιτύχει τον σκοπό μου. Αλλά το ποσόν που επερίσσευσε έπειτα από τα τόσα έξοδα, δεν ήτο αρκετόν για το μέγεθος του αγώνος που αναλάμβανα. Τα γραφεία της εφημερίδος εγκατέστησα εις μία πτέρυγα του Δημοτικού θεάτρου· ήσαν τα πρώτα ευπρεπή γραφεία ελληνικής εφημερίδος με βιβλιοθήκη, αίθουσα υποδοχών. Όλος ο κόσμος περίμενε με ανυπομονησία την έκδοσι της εφημερίδος, της οποίας το πρώτον φύλλο βγήκε την 31 Οκτωβρίου 1904 για να συγκλονίση την Ελλάδα. Ερχόμουνα να ρίξω τον παλαιοκομματισμό, μα ο παλαιοκομματισμός δεν ήτανε εύκολον να πέση και η «Μεταρρύθμισις» δεν είχε προ παντός τη δύναμι της αντοχής για μακρόν Αγώνα. Όλος ο παλαιοκομματισμός οργανώθηκε κατά της «Μεταρρυθμίσεως». Οι εφημερίδες τους με κατηγορούσαν πως ήθελα Μοναρχίαν, πως ήμουνα κατά του κοινοβουλευτισμού και δεν ήθελαν να καταλάβουν πως ήμουνα μόνον κατά του ψευδοβουλευτισμού, ο οποίος εμπόδιζε την Ελλάδα να συνταχθή εις τίμιαν και συγχρονισμένην Πολιτείαν. Ήτο η συνέχεια του Αγώνος της ‘’Ακροπόλεως’’, που ανελάμβανα με ορισμένες όμως Αρχές και Πρόγραμμα, δίχως δηλαδή, τες ασυνέπειες του Γαβριηλίδη, ο οποίος από ιδιοσυγκρασία δεν μπόρεσε όλο το διάστημα του αγώνος του να έχη συνέχειαν και συνέπειαν. Με πολεμούσε ο Τύπος που φοβόντανε την επικράτησι μίας ριζοσπαστικής εφημερίδος. Τί έγινε για να κτυπηθή η μεγάλη κυκλοφορία των πρώτων ημερών δεν γράφεται.
1904 πρώτο φύλλο κυκλοφορίας της «Μεταρρύθμισις».
Είχα κάμει έναν φοβερόν πόλεμον εναντίον των χαρτοπαιγνίων και εζήτησα επιμόνως από την Κυβέρνησι να τα κλείση. Βοηθοί των εχθρών της ‘’Μεταρρυθμίσεως’’ ήλθαν και οι δολοφόνοι των χαρτοπαιγνίων. Μια μέρα ένας απ’ αυτούς, Μωϋσάκος, με παραμόνευσε κάτω από τα γραφεία, μα την ώρα που ετοιμάζετο να μου σπάση το κεφάλι και σήκωσε το ρόπαλό του, γλύστρησε κι έπεσε. Επειδή ήτανε λίγο ηλικιωμένος, τον έπιασα έτσι κυλισμένον χάμω, τρέξανε κι άλλοι και η Αστυνομία και τον συνελάβαμεν. Ήτανε οπλισμένος σαν Αστακός. Αμέσως έτρεξε ένας Υπουργός συμπατριώτης του και τον πήρε από τη φυλακή. Δικάστηκε μετά καιρό και πήρε τριών μηνών φυλάκισι. Μα τα δικά μου βάσανα ήσαν πολύ μεγαλύτερα από τες καταδιώξεις του Μωϋσάκου. Εζούσα με σωματοφύλακες. Αναγκάστηκα να φύγω για την Αμερική, όπου ή εφημερίδα είχε μεγάλη υποστήριξι για να κρατήσω τον αγώνα. Δυστυχώς εκείνος στον οποίον εμπιστεύθηκα την εφημερίδα, αφού εισέπραξε όσα χρήματα του έστειλα, την σταμάτησε κι εγώ αναγκάστηκα να επιστρέψω στας Αθήνας, όπου επανέλαβα την έκδοσι μα για να συλληφθώ και προφυλακισθώ “επί αποπείρα στάσεως κατά του καθεστώτος” και λοιπά. Έμεινα τέσσερεις μήνες στές φυλακές Συγγρού. Εν τω μεταξύ οι χαρτοπαίκτες σκότωσαν τον Δεληγιάννη και ίσως εγώ να έγινα ο αίτιος της δολοφονίας αυτής που τον είχα σπρώξει στο κλείσιμο των χαρτοπαιγχνίων.Είχα κατόπιν το ευτύχημα να φιλοσοφώ στές φυλακές Συγγρού για τα Ρωμαίϊκα με τον Μητσέα, από το χαρτοπαίγνιον του οποίου προήρχετο ο Μωϋσάκος και ο οποίος κατηγορείτο ως ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Δεληγιάννη. Η στενοχώρια μου ήτο μεγάλη, γιατί κατά το διάστημα αυτό εσταμάτησε και κατεστράφη η “Μεταρρύθμισις”. Στάλθηκα στα μπουντρούμια της Χαλκίδος και δικάστηκα από το εκεί Κακουργοδικείο, όπου ολίγον έλλειψε να καταδικαστώ. Οι κομματάρχες βάλανε τα δυνατά τους να πείσουνε τους ενόρκους πώς ήμουνα ένας άνθρωπος επικίνδυνος, σώθηκα δε με μια ψήφο από τον Προϊστάμενον των Ενόρκων, ο οποίος εξήγησε στους ενόρκους τι ζητούσα με το πρόγραμμά μου, η δε απολογία μου, δύο ώρες, δεν μπορούσε παρά να κλονίση τους Ενόρκους. Οι Χαλκιδείς μου κάμανε το βράδυ της αθωώσεώς μου μεγάλη διαδήλωσι. Έτσι κατόπιν δυνατού αγώνος έκλεισε η “Μεταρρύθμισις”.Αν μπορούσε να γραφή η ιστορία της πρώτης αυτής “Μεταρρυθμίσεως”, θα γραφότανε η ιστορία της προ του Γουδί εποχής. Βγήκα όμως από τη φυλακή οικονομικώς κατεστραμμένος και ψυχικά συντετριμμένος. Με είχανε εγκαταλείψει όλοι οι φίλοι και οπαδοί. Έπρεπε να λάβω μιαν απόφασι. Αν επέμενα στον αγώνα, μπορούσα να ήμουνα εγώ εκείνος που θα έφερνε ο λαός την ημέρα της τελικής καταδίκης των παλαιών κομμάτων. Αλλά εστερούμουν κάθε υλικού μέσου και ηθικώς δεν είχα την δύναμι να εξακολουθήσω. Έδειξα πράγματι μια λιποψυχία. Έφυγα στο τέλος του 1905 για την Αλεξάνδρεια. Ήμουνα 35 χρόνων και δεν είχα καιρό πια να χάνω, αν ήθελα να μη πεθάνω στην ψάθα. Εκεί είχε προσφάτως εγκατασταθή για να ανοίξη το κατάστημα της νέας Ελληνικής Τραπέζης Ανατολής ο αδελφός μου, ο οποίος εκλήθη από την Οθωμανική Τράπεζα για να ενισχύση την ελληνική Τραπεζιτική κίνησι στην Ανατολή. Χάρις στην προστασίαν του και στους φίλους και συμπατριώτες, αφού γράφτηκα δικηγόρος στα Μικτά Δικαστήρια και άνοιξα γραφείο, κατώρθωσα με τη θέλησί μου σε λίγο καιρό να κάμω ένα από τα καλύτερα δικηγορικά γραφεία μεταξύ των νέων δικηγόρων. Χάρις στη γνώσι της γαλλικής μπορούσα ν’ αγορεύω ελεύθερα εις τα Μικτά Δικαστήρια, αισθανόμουνα δε μεγάλην ευχαρίστησι να δικηγορώ σε τόσο ωραίο περιβάλλον. Λαμπρά Δικαστήρια, δικηγόροι και δικασταί με στολή, υπηρετικόν άμεμπτον, δικονομία απλή και ταχεία. Έζησα πέντε χρόνια ήσυχα και ευτυχισμένα ως δικηγόρος στην Αλεξάνδρεια. Ευτυχής εκείνος που δεν έχει ιστορία· κι όμως δεν έμεινα τον καιρό αυτό δίχως καμμία δράσι. Έγραφα στα εκεί ελληνικά φύλλα, έκανα διαλέξεις στους Συλλόγους και το σπίτι μου ήτο κέντρον διανοουμένων. Εκεί τραγούδησε πρώτη φορά ο περίφημος κατόπιν τενόρος Λάπας. Συγχρόνως υπεβοήθησα τον Πατριάρχη Φώτιον εις την λύσιν του Αρχιεπισκοπικού ζητήματος Κύπρου. Ο Φώτιος είχε διαφωνήσει με τον Ιωακείμ και ανέλαβε αυτός τον αγώνα για την ορθή λύσι του ζητήματος: συμπλήρωσις της αντικανονικής Συνόδου Κύπρου και νόμος, δια του οποίου να εφαρμόζονται οι Εκκλησιαστικοί κανόνες. Η αγγλική Κυβέρνησις δίσταζε να αναμιχθή στην υπόθεσι, μα όταν άρχισαν να γίνονται ταραχές και το ζήτημα κατήντησε δημοσίας τάξεως, η Κυβέρνησις στηρίχθηκε στην γνώμη του Φωτίου, ότι στες περιστάσεις αυτές η ανάμιξις της Πολιτείας ήτο αναγκαία, κι έκαμε τον Νόμο. Εσχημάτισα μία Επιτροπή Κυπρίων δια να βοηθήσωμεν τον Φώτιον εις την προσπάθειάν του και δια να φωτίσωμεν το κοινόν εξέδωκα διάφορα φυλλάδια. Τέλος το 1910 έληξε το ζήτημα δια της εκλογής του Μητροπολίτου Κιτίου και της αναρρήσεώς του εις την Αρχιεπισκοπήν. Δέκα χρόνια βασανίστηκε η Κύπρος και καθ’ όλον αυτό το διάστημα ειργάστηκα δια να δοθή η ορθή λύσις. Το 1911 εξέδωκα στην Αλεξάνδρεια έναν ογκώδη τόμον, για το «Αρχιεπισκοπικόν Ζήτημα της Κύπρου», ο οποίος περιέλαβε όλα τα έγγραφα της υποθέσεως και όλην την ιστορίαν, νομίζω δε πως υπήρξε εις το είδος του η τελειότερη μονογραφία από εκκλησιαστικής και ιστορικής απόψεως που γράφτηκε, γιατί δημοσίευσα όλα τα έγγραφα και των δύο μερίδων και άφηνα τον αναγνώστη να κρίνη κάθε φορά πού ήτο το δίκαιο.
Σε τούτο το μεταξύ είχε συμβή εις την Ελλάδα ένα σπουδαίο γεγονός, η μεταβολή του 1909. Μια στιγμή σκέφτηκα να τα’ αφήσω όλα και να φύγω για τας Αθήνας, όπου ήμουν βέβαιος να βγω Βουλευτής με το ρεύμα που επεκράτησε για τους νέους. Ευτυχώς κρατήθηκα. Άλλως τε έκαμα ένα ταξείδι στας Αθήνας και δεν έμεινα ενθουσιασμένος με τες ιδέες εκείνων που ωδηγούσαν το Κίνημα του 1909. Η απουσία μου δε των τεσσάρων ετών με εμπόδιζε να ηγηθώ εγώ της καταστάσεως.Σε τούτο το μεταξύ είχα μεταβή ως δικηγόρος για μια μεγάλη υπόθεσι στο Χαρτούμ και οι εκεί Έλληνες έκαμαν αναφορά να διοριστώ εκεί δικηγόρος. Σ’ όλο το Σουδάν δεν υπήρχε παρά ένας μόνος, Άγγλος, δικηγόρος και η Κυβέρνησις παραδέχθηκε να διορίση και ένα Έλληνα. Τα Δικαστήρια ήσαν τότε στην αρχή τους. Δεν υπήρχαν ούτε κώδικες ούτε δικονομία και λειτουργούσαν με μερικά πρόχειρα διατάγματα. Δέχτηκα ευχαρίστως και το 1911 εγκατεστάθηκα εις το Χαρτούμ, όπου η επιτυχία μου ήτο βέβαια εξησφαλισμένη, αφού σε μια ολόκληρη πολιτεία ήμεθα δύο δικηγόροι. Πριν πάω στα ενδότερα της Αφρικής, έκαμα ένα θαυμάσιο ταξείδι στην Ευρώπη για να δω όσα μέρη δεν είχα δει. Επεσκέφτηκα ιδίως την Ιταλία και την Ελβετίαν και ανέβηκα πεζοπορών στις Άλπεις, στα παγωμένα υψώματα της Γιογκφράου.
Εις την αυλήν του σπιτιού του Χαλίφου, διαδόχου του Μάγδη,εις Ομμδουρμάν (Χαρτούμ). Απρίλιος 1910
Από την Ευρώπη, πριν πάω στο Χαρτούμ, πήγα στην Κύπρο, όπου βαρειά ήτο άρρωστος ο πατέρας μου από εντερικά. Τον περιποιήθηκα, ήτο 79 χρόνων και οι λύπες τον είχαν καταβάλει ήτο καιρός να πάει να ησυχάση κοντά στη λατρευτή του Ζωΐτσα. Τον συνώδευσα στον τάφο με τα δάκρυά μου και μ’ όλες τις τιμές. Έζησα πέντε ακόμη ευτυχισμένα χρόνια εις το Σουδάν. Το Χαρτούμ ήτο μία ωραία νέα πόλις, πάνω στους δύο Νείλους. Βρήκα εκεί ακμαίαν ελληνικήν παροικίαν, συμμαθητές και φίλους.Νοίκιασα το καλύτερο σπίτι κι έκαμα ωραία εγκατάστασι. Η δικηγορική ήτο ευχάριστη. Εφαρμόζαμε τους κώδικες των Μικτών Δικαστηρίων Αιγύπτου. Οι δικαστές με συνεβουλεύοντο για κάθε νομικό ζήτημα που προέκυπτε.Όταν δε εξερράγη ο Ευρωπαϊκός πόλεμος κι έφυγε ο Άγγλος δικηγόρος για τον πόλεμο, έμεινα λίγο καιρό μόνος δικηγόρος, πράγμα που στενοχωρούσε τους αντιδίκους. Μα ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου τούς είπε: «Μή νοιάζεσθε, εγώ θα είμαι ο δικηγόρος του αντιδίκου που δεν έχει δικηγόρο!..». Και πράγματι ο Πρόεδρος έπαιρνε το μέρος του αντιδίκου και πολλές φορές μ’ έφερνε σε δύσκολο θέσι. Αυτό όμως θα πη Δικαιοσύνη. Ο Δικαστής να δικάζη και να ευρίσκη το δίκαιον δίχως δικηγόρους και μάλιστα με ένα δικηγόρον. Η μεγαλύτερη διασκέδασίς μας ήτανε το κυνήγι. Άφθονο κυνήγι, κοπάδια από χήνες και πάπιες στες Όχθες των Νείλων, χιλιάδες τριγόνια και ορτίκια στα λειβάδια του ποταμού, λαγοί, πέρδικες και ζαρκάδια στην έρημο.Στο Χαρτούμ συναντώνται οι δύο Νείλοι -Λευκός και Κυανούς- για να εξορμήσουν προς την Αίγυπτον και το μέρος είναι θαυμάσιο για εκδρομές στις όχθες των δύο ποταμών. Το καλοκαίρι όμως το κλίμα είναι ανυπόφορο. Κάθε χρόνο έφευγα τρεις μήνες κι έκανα ωραία ταξίδια στην Ευρώπη, στην Ελλάδα, στην Κύπρο. Περνούσα δύο φορές τον χρόνο τους καταρράκτες του Ασσουάν, όπου ο ναός των Φυλών και ανέπλεα και κατέπλεα τον Νείλον από την άνω Αίγυπτο ανάμεσα της Νουβίας. Εις το Χαρτούμ κατόρθωσα να διορθώσω τα οικονομικά μου. Πλήρωσα όλα μου τα χρέη που μου είχανε αφήσει οι σπουδές και οι αγώνες μου στην Ελλάδα, αγόρασα το πατρικό μου σπίτι στην Κύπρο κι ετοιμάστηκα για την επιστροφή. Δεν θέλησα ν’ ανακατευθώ στα Κοινοτικά ούτε στην Αλεξάνδρεια ούτε στο Χαρτούμ. Διωργάνωσα μόνο στην τελευταία αυτή πόλι το ελληνικό Γυμναστήριο και ίδρυσα σώμα Ελλήνων προσκόπων. Ταξίδευσα ως το Κορδοφάν και την Ερυθρά θάλασσα.Δυστυχώς όμως δεν κατώρθωσα να θεραπευθώ και από την ιδέαν της “θείας αποστολής”. Μετά δέκα χρόνων διαμονήν κάτω από τον καυστικόν ήλιον της Αφρικής, μόλις νόμισα πως με τα ολίγα χρήματα που μου περίσσευαν, μπορούσα να ζήσω, αποφάσισα να επιστρέψω στην Ελλάδα, όπου συνέβαιναν σπουδαία γεγονότα. Το καλοκαίρι του 1916 πώλησα τα πράγματα μου, εξεχώρησα το γραφείο μου εις τον υιόν του αδελφού μου και εγκατέλειψα το Χαρτούμ όπου οι Άγγλοι με κατευόδωσαν με μεγάλες εκδηλώσεις τιμής. Ο υπουργός της Δικαιοσύνης μου παρέθεσε τιμητικό γεύμα και ο Κυβερνήτης μου έστειλε όταν περνούσα τα σύνορα τηλεγράφημα ευχαριστιών εκ μέρους της Κυβερνήσεως για την συμβολήν μου εις το έργον της Δικαστικής οργανώσεως του Σουδάν.Στας Αθήνας έφτασα πάσχων από οξύν αρθρητισμόν και κατευθύνθηκα αμέσως στα Λουτρά του Λουτρακίου και της Αιδηψού. Στας Αθήνας είχα ενημερωθή με την κατάστασι και την 1ην Οκτωβρίου του 1916 ήμουνα στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέπτυξα μεγάλη δράσι, γράφων στις εφημερίδες, ομιλών εκεί κι εδώ. Η εκεί Κυβέρνησις μ’ έστειλε με αποστολή στην Αίγυπτο, όπου έμεινα τρεις μήνες. Από εκεί πήγα στην Κύπρο. Με συγκίνησι και χαρά άνοιξα το πατρικό μου σπίτι με τα παλαιά έπιπλα των γονέων μου και τις αναμνήσεις. Εις τον περίβολον του σπιτιού μας έστησα τις προτομές των γονέων μου που είχε κατασκευάσει εις τας Αθήνας από πεντελικό μάρμαρο ο καθηγητής Θ. Θωμόπουλος. Αντί να τις στήσω στο Νεκροταφείο, έκαμα την καινοτομία να έχω σπίτι μου τους αγαπητούς μου γονείς με τους Εφεστίους θεούς. Τις εικόνες των γονέων μου έχω εις όλα τα μέρη που κατοικώ. Έκαμα εγκαίνια του μνημείου με λόγο του εξαδέλφου Μενελάου Φραγκούδη και συρροή των συγγενών. Είχα αγοράσει μια έπαυλι με το εξωκκλήσι του Αγίου Γεωργίου έξω από τη Λεμεσό και διόρθωσα την εκεί παραλία με μια ωραία προκυμαία, δενδροστοιχίες, κιγκλιδώματα. Ο Άγιος Γεώργιος υπήρξε για μένα για πολλά χρόνια η πλέον ευχάριστη διαμονή. Εν τω μεταξύ αγώνες πέννας και λόγου. Επεσκέφθηκα έφιππος όλα τα χωριά της Επαρχίας Λεμεσού - Πάφου και σχεδόν μίλησα σε όλα για τα εθνικά μας πράγματα. Τον Ιανουάριον του 1918 επέστρεψα στας Αθήνας μέσω Αιγύπτου. Καθ’ όλα αυτά τα ταξείδια στη Μεσόγειο διέτρεχα τον κίνδυνο του τορπιλλισμού από τα υποβρύχια. Από την Θεσσαλονίκην στην Αλεξάνδρεια είχα πάει με αγγλικό πολεμικό με όλες τις προφυλάξεις. Μια άλλη φορά το Χαμητιέ είχε τρομοκρατήσει την Μεσόγειο και είχα αποκλεισθή στο Σουέζ. Τώρα επέστρεφα με νηοπομπή. Πέντε φορτηγά ελληνικά συνοδευόμενα από πέντε αλιευτικά πολεμικά αγγλικά. Τη νύκτα σαν κοιμόμουνα ζωσμένος το σωσίβιο ξύπνησα από ένα υπόκωφο τράνταγμα της θάλασσας κι έπεσα από τον καναπέ. Είχαμε τορπιλλισθή στο πέλαγος, αλλ’ η τορπίλλη εβύθισε το μεγαλύτερο από τα πέντε φορτηγά τον “Νομικόν” με σιτάρι για τον Πειραιά και το μικρό ατμόπλοιο που επέβαινα γλύτωσε. Έτσι καλύτερα να είναι κανείς μικρός παρά μεγάλος. Φθάσαμε με τους ναυαγούς στη Μήλο. Στας Αθήνας ανέπτυξα μεγάλη δράσι. Επρόκειτο να συνέλθη η Συνδιάσκεψις. της Ειρήνης και μου φαινότανε πως η τότε Κυβέρνησις δεν υπεστήριζε αρκετά τα εθνικά συμφέροντα απέναντι των Συμμάχων. Άρθρα λοιπόν στις εφημερίδες, λόγοι, συνέδρια. Ο πόλεμος για μας εξακολουθούσε. Έφυγα για τη Μακεδονία. Πήγα τότε στο Άγιον Όρος, το οποίον επεσκέφθηκα πεζοπορών από μοναστήρι σε μοναστήρι και από σκήτη σε σκήτη, ανέβηκα ένα πρωί την κορυφή του Άθω. Έπειτα από την Κωνσταντινούπουλι και τον Βόσπορο, την Ελβετία και τους καταρράκτες του Νιαγάρα, πρώτη φορά αισθανόμουνα τόση συγκίνησι από τη μεγαλοπρεπή και θαυμαστή φύσι του Αγίου Όρους. Μπορώ να πω, ότι είναι το ωραιότερο τοπίο του κόσμου. Αυτές οι νυκτερινές λιτανείες και προσευχές, οι βυζαντινοί θησαυροί, τα ρομαντικά μοναστήρια αυξάνουν τη γοητεία για τον περιηγητή. Οι ασκητές στους βράχους, οι καλόγεροι ζωγράφοι στα κελλιά. Ένα κομμάτι Βυζάντιον. Υπέβαλα στην Κυβέρνησι ένα Υπόμνημα, στο οποίον υπεστήριζα πως έπρεπε να ιδρυθή εκεί μία ανώτερη Θεολογική Σχολή, με Μουσεία και Βιβλιοθήκες και με μια Σχολή Βυζαντινής Μουσικής και Ζωγραφικής. Το υπόμνημά μου αυτό είναι ανέκδοτο και μπορεί να χρησιμοποιηθή από οιανδήποτε Κυβέρνησι θελήση να μεταβάλη το Άγιον Όρος εις μέγα κέντρον της Ορθοδοξίας. Από τον Άθω πέρασα στο στρατόπεδον κατά την ώραν που εγίνετο η προέλασις των Σερρών. Ήμουνα εις την ζώνην του πυρός και άκουα τη νύκτα να βροντά το κανόνι. Μια μέρα που ακολουθούσα έφιππος μίαν ανίχνευσι, το άλογό μου γλύστρησε, έπεσα σ’ ένα σωρό πέτρες κι έπαθα κάταγμα των μυών. Μετακομίσθηκα στο Νοσοκομείον του Ερυθρού Σταυρού όπου ήδη έφθαναν οι πρώτοι πληγωμένοι. Αισθανόμουνα τρομερούς πόνους, μα οι πόνοι μου ήσαν τίποτε μπροστά στο θέαμα των φαντάρων που έφθαναν βαρειά πληγωμένοι. Μετά κάμποσες μέρες πήγαινα προς αποθεραπεία στα Λουτρά του Σμοκόβου κοντά στην Καρδίτσα. Πλησίαζε το Συνέδριον της Ειρήνης. Την άνοιξι του 1919 τράβηξα στο Παρίσι ως αντιπρόσωπος της θαρραλέας “Νέας Ελλάδος” του μακαρίτου Κουτούπη. Δεν μπορούσα κι εκεί να καθήσω ήσυχος. Ήθελα να σπρώξω τα εθνικά ζητήματα που εφαίνοντο παραμελούμενα και απηύθυνα στο Συνέδριο ένα Υπόμνημα που υπεστήριζα όλες τις εθνικές μας διεκδικήσεις με τον τίτλο “Αυx Grands injustes de la Conference de la Paix”.Έστελνα ανταποκρίσεις στη "Νέα Ελλάδα". Ως μέλος της Λέσχης των δημοσιογράφων επεσκέφθηκα τα κατεστραμμένα μέρη της βορείου Γαλλίας και θριαμβευτικώς μπήκαμε στο Στρασβούργον. Εις το επίσημο γεύμα προσηγόρευσα εκ μέρους της Ελλάδος τον ηρωϊκό στρατηγό Γκουρώ προεδρεύοντα. Ήμαστε τότε οι Έλληνες στο Παρίσι στες δόξες μας. Στο τέλος έκαμα μεγάλες πεζοπορείες στην Γαλλία και ιδίως στην Κυανήν Ακτήν, όπου συνήθιζα να αναπαύομαι κατά τα μεγάλα ταξείδια μου στην Ευρώπη. Κάννες, Νίκαια. Μονακό! Δεν ξέρω πόσες φορές επεσκέφθηκα το Μόντε Κάρλο. Ποτέ μου δεν υπήρξα χαρτοπαίκτης, αλλά σύντομη κάθε φορά διαμονή στο Πριγκηπάτο της Ρουλέττας μου παρείχε τες πιο λεπτές αισθητικές απολαύσεις!.. Γύρισα στας Αθήνας και απ’ εκεί πήγα στην Κύπρο μέσω Σμύρνης για να χαρώ περιμένοντας τα μεγάλα γεγονότα. Το χειμώνα πέρασα μεταξύ του πατρικού μου σπιτιού και του Αγίου Γεωργίου. Το καλοκαίρι ανέβηκα στα βουνά· θυμάμαι πως από τα Λουτρά του Καλοπαναγιώτη πήγα πεζός στη Λεμεσό, δέκα πέντε ωρών πεζοπορείαν, σε 18 ώρες. Έκαμα 24 ώρες ξαπλωμένος στο κρεββάτι για ανάπαυσι. Σηκώθηκα θηρίο. Μα ήτο η τελευταία μεγάλη μου πεζοπορεία, με την οποίαν εώρτασα την πεντηκονταετηρίδα μου.Γύρισα στας Αθήνας τον Νοέμβριο του 1920. Πέρασα από τη Σμύρνη κλαίοντας· θα είμαι απ’ εδώ και πέρα πιό σύντομος ακόμη, γιατί δεν είναι δυνατό σήμερα να ανακατεύουμε τα περασμένα. Έλαβα μέρος πολύ ενεργόν εις τα κατόπιν διαδραματισθέντα. Αμέσως με το μακαρίτη Κουτούπη ξαναεξεδώκαμε τη Νέαν Ελλάδα. Κι όταν εκείνος έφυγε δια μακρυνόν ταξείδι, εγώ συνέχισα τον αγώνα στην “Μεταρρύθμισι” που ξανάβγαλα. Σκοπός μου ήταν με μία ζωηράν αρθρογραφίαν να παραστήσω τους κινδύνους της θέσεώς μας και να προλάβω αν ήτο δυνατόν τη συμφορά. Η “Μεταρρύθμισις” είχε φθάσει στη μεγαλύτερη κυκλοφορία. Ένα βράδυ βρέθηκα βαρειά λαβωμένος από σφαίρα έξω από το σπίτι μου. Με πήραν στον Ευαγγελισμό και μου κάνανε εγχείρησι στο κρανίο. Την άλλη μέρα, 17 Ιανουαρίου του 1921, ήρθαν να μου αναγγείλουν πως είχα αποκτήσει υιόν Ήμουνα από διετίας οικογενειάρχη
 Όταν βγήκα από το Νοσοκομείο, έζησα μέρες τρόμου. Αλλά τα πράγματα είχαν εν τω μεταξύ αλλάξει. Μια φοβερή οφθαλμία μολυσματική με τραχώματα, από την οποίαν ολίγον έλλειψε να τυφλωθώ, ήλθε να επισκιάση τη χαρά. Υπέφερα πολύ, αλλ’ ευτυχώς έσωσα τα μάτια μου. Τυφλός σχεδόν υπηγόρευα τα άρθρα μου και μία μέρα δεν εσταμάτησε η "Μεταρρύθμισις". Αλλ’ η “Μεταρρύθμισις” δεν ήτο και αυτήν την φορά προορισμένη να ζήση πολύ καιρό, Ήτανε φύλλο πολεμικό, που δεν μπορούσε να επιζήση του αγώνος. Μου στοίχισε όχι λίγα και η μικρή μου περιουσία εμειώθη. Ξαναπήγα στη Θεσσαλονίκη την παραμονή της μοιραίας Συνθήκης της Λωζάννης. Μου ‘γινε στο Λευκό Πύργο μεγάλη υποδοχή. Τον Δεκέμβριο του 1923 εξελέγηκα πληρεξούσιος Αθηνών - Πειραιώς μεταξύ των πρώτων εις την τότε Εθνοσυνέλευσιν. Οι τόμοι της Συνελεύσεως αυτής γεμάτοι από τας αγορεύσεις μου μαρτυρούν για το έργον που έκαμα εκεί μέσα. Υπήρξα εκ των μελών της Επιτροπής για το Νέο Σύνταγμα. Υπέβαλα σωρείαν Ψηφισμάτων, Νομοσχεδίων και Προτάσεων -που απέβλεπαν όλα εις μία εκ βάθρων Αναγέννησιν του Κράτους. Κατέθεσα Συντακτικήν Πρότασιν περί Αυτονομήσεως της Εκκλησίας εντός της Πολιτείας. Η πρότασις αυτή με την εισήγησί μου δημοσιεύτηκε εις ιδιαίτερον φυλλάδιον. Υπεράσπισα την Ιδιοκτησίαν, η οποία εκινδύνευσε κάποια στιγμή· και την μελέτην αυτήν επίσης δημοσίευσα σε φυλλάδιον. Ως Κοσμήτωρ της Βουλής προσπάθησα να βάλω κάποια τάξι στο Χάνι εκείνο, μα στάθηκε αδύνατο να εξαλείψω παλαιές συνήθειες και αναγκάστηκα να παραιτηθώ. Η παραίτησίς μου δεν έγινε δεκτή, μα εγώ έμεινα Κοσμήτωρ αδρανών όπως υπήρξαν όλοι οι Κοσμήτορες προτήτερά μου. Προσπάθησα όπως από τη Συνέλευσιν αυτή να βγή μια νέα κατάστασις Αναγεννήσεως. Εσχημάτισα ένα όμιλο πληρεξουσίων και άρχισα διαλέξεις προς τους συναδέλφους για τη δημιουργία ενός νέου κόμματος αρχών. Είχα προείδει την πτώσιν της Δημοκρατίας. Αλλ’ εκεί μέσα κορυβαντιούσαν διάφορα κομματίδια συνεχίζοντα τον παλαιοκομματισμόν. Στα δύο αυτά χρόνια εκτός της άλλης εργασίας συνέγραψα, ετύπωσα και διέδωσα δύο μεγάλα έργα. “Τό Ρωμαίϊκο” κι “Ο Αγωνιζόμενος Ελληνισμός”. Το τελευταίο τούτο εξεδόθη και γαλλιστί “L’ Hellenisme en lutte” και απέβλεπε εις την εξιστόρησι της τελευταίας ιδίως Διπλωματικής Ιστορίας της Ελλάδος και σκοπόν είχε να γνωρίση στους ξένους τα δίκαια του ελληνικού Έθνους. Το δε “Ρωμαΐϊκο” ήτο μια μελέτη πάνω στην ιστορία του Ελληνικού Έθνους ως Κράτους, ως φυλής, ως ατόμων. Απ’ όλα τα έργα μου αυτό νομίζω είναι το καλλίτερο, κι έτσι θα κριθή μια μέρα. Ρουσφέτια δεν έκανα. Φρόντιζα για τα γενικά συμφέροντα του Έθνους· ήμουνα ο αληθινός αντιπρόσωπος του λαού. Ως Βουλευτής συνέχισα τους αγώνες μου για τη σωτηρία των λόφων των Αθηνών. Κατόρθωσα, όπως το Υπουργείον της Γεωργίας κηρύξη αναδασωτέον όλον τον λόφον που είναι σε συνέχεια του λόφου του Φιλοπάππου και όπου υπάρχουν τα σπήλαια των αρχαιοτάτων κατοίκων των Αθηνών, των Κραναών. Δυστυχώς, όταν ήλθε ο Πάγκαλος, πήγε ο ιδιοκτήτης του λόφου μακαρίτης Γ. Φιλάρετος και ενήργησε ώστε ο λόφος να του επανέλθη.Έκτοτε έγινε οικόπεδα και κτίστηκε. Μέρος δε μόνον σώθηκε με μια δεξαμενή της Ούλεν. Μπορεί ακόμη να σωθή κάτι. Ο μακαρίτης Φιλάρετος είχε και ένα άλλο λόφο στην Καλλιθέα και ενήργησα να τον πάρη ο Δήμος για να κάνη άλσος που δεν έχει το προάστειον. Αλλά και αυτός στο τέλος πουλήθηκε για οικόπεδα.Όταν ο Πάγκαλος μας σάρωσε νόμισα, ότι έπρεπε να κατευθύνω την ενεργητικότητά μου προς μία βαθύτερη μεταβολή. Εκατάλαβα ότι με την Πολιτική και με το χαρακτήρα που είχα δεν μπορούσα να φθάσω όπου έπρεπε. Κατά τον χρόνον αυτόν τρεις φορές επρόκειτο ν’ αναλάβω το Υπουργείο της Παιδείας για να εφαρμόσω ένα Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα Αναγεννήσεως, αλλ' αγρυπνούσαν οι φρουροί του κόμματος μήπως και συμβή ένα τέτοιο κακό στην Ελλάδα και γίνω εγώ Υπουργός. Είχα κατά το διάστημα αυτό ιδρύσει μίαν μεγάλη εταιρείαν την “Εκπαιδευτική Αναγέννησι” και αφού μελετήσαμε τα διάφορα εκπαιδευτικά ζητήματα κατέληξα στην ιδέα ότι έπρεπε να ιδρύσωμε μία Σχολή Πολιτικών Επιστημών για τη μόρφωσι της “ιθυνούσης τάξεως”. Πολλοί μου είπαν τότε, για να αναγεννηθή η Ελλάς έπρεπε να ιδρυθούν πρώτα Δημοτικά Σχολεία. Απάντησα πως για να γίνουν δέκα χιλιάδες Δημοτικά Σχολεία, έπρεπε να γίνωμε Κυβέρνησις· αλλά ποιός θα κάμη την Κυβέρνησι; Σ’ όλα τα μέρη του κόσμου της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως προηγήθηκε η Ανώτερη Εκπαίδευσι. Έτσι έγινε το Μεσαίωνα στην Αγγλία και στη Γαλλία. Έγιναν πρώτα τα Πανεπιστήμια, έπειτα τα Κολλέγια και κατόπιν τα Δημοτικά Σχολεία. Γιατί τα Πανεπιστήμια τα κάμνουν ολίγοι κι εκεί μέσα μπορεί να μορφωθή ευκολώτερα μία γενεά νέων ανδρών για την Αναγέννησι όλου του τόπου. Υπήρξα πειστικός και κατώρθωσα ένα απίστευτο πράγμα· να ιδρύσω σε λίγα χρόνια την πρώτη στην Ελλάδα Ανώτερη Σχολή μορφώσεως, την Σχολήν των Πολιτικών Επιστημών.
Οι φωτογραφίες -καρτ-ποστάλ-τυπώθηκαν μετά την υπογραφή της Συμβάσεως της «Εκπαιδευτικής Αναγεννήσεως» μετά του Ελληνικού Δημοσίου, οπότε και έλαβε το όνομα «ΠΑΝΤΕΙΟΣ ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ», ήτοι μετά το 1931.Τα προγενέστερα χρόνια ονομάζετο «ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ».
Πήγα στο Παρίσι όπου έγινε σύσκεψις και αποφασίστηκε να ενεργηθή έρανος μεταξύ πρώτον των εκεί Ελλήνων. Έγραψα φυλλάδια. Έκαμα ομιλίες, δημοσίευσα άρθρα. Από το Παρίσι πήγα στο Λονδίνο κι έκαμα το ίδιο. Γύρισα στην Αθήνα και με το πρώτο ποσό που μαζεύτηκε, αν και δεν ήτο αρκετό, νόμισα πως έπρεπε ν’ αρχίσω μ’ ένα κτίριο. Δίχως κτίριο δεν μπορούσε ν’ ανοίξη τέτοια Σχολή. Έπειτα θα μου ‘λεγαν, αν δεν επετύγχανα τον σκοπόν, πως έκλεψα τα χρήματα, ενώ έτσι θα υπήρχε το κτίριο και το έργο αναγκαστικώς θα συμπληρούτο μια μέρα από το Κράτος. Έτσι κι έγινε. Έκαμα ένα σχέδιο, αγόρασα το οικόπεδο σε θέσι μελλοντική και άρχισα το κτίριο. Εν τω μεταξύ πήγα στην Αίγυπτο, που ήτανε σαν σπίτι μου. Με βοήθησαν όλοι να εισπράξω από τους πλουσίους κοντά χίλιες λίρες για τη Σχολή. Έκαμα μία μεγάλη διάλεξι στην Αλεξάνδρεια, πήγα στο Κάϊρο. Στην Αλεξάνδρεια βρήκα καιρό να γράψω μία μελέτη “Τα ελληνικά προβλήματα” που δημοσίευσε η εκεί «Έρευνα». Από την Αίγυπτο τράβηξα για την Ιερουσαλήμ· είχα τάμα να προσκυνήσω τους Αγίους Τόπους και το είχα καϋμό πως γύρισα τον μισό κόσμο και δεν είχα ακόμη πατήσει το ιερόν έδαφος της Παλαιστίνης. Ήτο Λαμπρή και παρακολούθησα όλες τις τελετές, βαφτίστηκα στον Ιορδάνη και ανέβηκα το Όρος των Ελαιών. Αισθάνθηκα μεγάλη χαρά στην ψυχή μου για το προσκύνημά μου αυτό. Απ’ εκεί πήγα στην Κύπρο, όπου επίσης κάτι έκανα. Ο Άγγλος Αρμοστής Στόρς με κάλεσε σε τιμητικό γεύμα όπου εξετάσαμε τα Κυπριακά ζητήματα. Εις την εφημερίδα «Έθνος» δημοσίευσα τις εντυπώσεις μου από την Αίγυπτο, την Ιερουσαλήμ, την Κύπρο και τα Δωδεκάνησα, όπου επέρασα επιστρέφοντας εις Αθήνας. Επί τη ευκαιρία είχα μία πολεμική με τα Ιταλικά φύλλα για τα όσα έγραψα για τα Δωδεκάνησα. Στας Αθήνας έδωκα νέαν ώθησι στην αποπεράτωσιν του κτιρίου και τράβηξα για την Αμερική που ευχαρίστως επανέβλεπα ύστερα από 20 χρόνια. Έκαμα στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα χρόνο. Γύρισα τες κυριώτερες ελληνικές παροικίες, μίλησα σ’ εκκλησίες και συλλόγους, έκαμα ότι ήτο δυνατόν για να φέρω από την Αμερική το ποσόν που χρειαζότανε για να ολοκληρωθή το Πανεπιστήμιόν μας. Δυστυχώς του ιδικού μου εράνου είχε προηγηθή ένας άλλος έρανος για το Φθισιατρείον της Μάννας, που απέφερε σε λίγο το κολοσσιαίο ποσόν των 50 χιλιάδων δολλαρίων, ενώ εγώ μόλις κατώρθωσα να μαζέψω 10 χιλιάδες δολλάρια. Όλοι μου λέγανε: “τώρα δώσαμε για τους φθισικούς”. Τί χρειαζότανε να δώσουν και για την μόρφωσι των υγιών; Δίκαιο όμως έχουνε οι Έλληνες της Αμερικής που τους παρασκοτίζομε κάθε μέρα με εράνους. Εν τούτοις το έργον σιγά-σιγά προώδευε. Είχα πεποίθησι, πώς θα το έφερνα σε πέρας. Όταν επέστρεψα στας Αθήνας, το καθαρόν ποσόν όλων των εράνων έφθασε το ενάμισυ εκατομμύριον δραχμάς, αλλά το κτίριον είχε λάβει τις διαστάσεις μεγάρου. Έκαμα ένα δάνειο από την Κτηματικήν Τράπεζαν 1350 λιρών. Έτσι περάσαμε τα δύο εκατομμύρια. Αλλά θέλαμε ακόμη πολλά. Ευτυχώς πέσαμε στα περισσεύματα του 1929. Η Κυβέρνησις μας έδωκε ένα εκατομμύριο από το ποσόν το προωρισμένο για τα σχολικά κτίρια. Με αυτά τα τρία εκατομμύρια, εκτός από το οικόπεδον, είχα κατορθώσει να κτίσω ένα λαμπρό Διδακτήριο, να το τελειώσω εσωτερικώς, και να επιπλώσω τα κυριώτερα μέρη, ώστε η Σχολή ν’ αρχίση σύμφωνα με το πρόγραμμα.
Κατάγινα ιδιαίτερα στην διακόσμησι του κτιρίου. Είχαν γίνει λάθη αρχιτεκτονικά. Πήρα την γνώμη όλων των ειδικών για να διορθώσωμεν τα σφάλματα και να διακοσμήσωμεν εσωτερικά το κτίριο κατά τρόπον ελληνοπρεπή. Πήρα από το Υπουργείο της Παιδείας τα κυριώτερα εκμαγεία των Εθνικών Μουσείων και καταστόλισα τις σκάλες και τους διαδρόμους. Έκαμα συλλογήν ελληνικών εικόνων για όλες τις αίθουσες, και επειδή χρήματα για βιβλιοθήκη δεν περίσσευαν, δάνεισα τη δική μου βιβλιοθήκη και μάζεψα απ’ εκεί κι απ’ εδώ ό,τι μπόρεσα βιβλία. Όταν πλησίαζαν όλα να τελειώσουν, πήγα στην Κύθνο να κάμω λουτρά, και να εκπονήσω τους Κανονισμούς της Σχολής, με βάσιν τους Κανονισμούς της Σχολής των Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας.
Θέλω επί τη ευκαιρία να πω λίγα λόγια και για το άλλο αγαπητό μου νησί την Κύθνο, όπου πέρασα πολλά καλοκαίρια ευχάριστα με τα παιδάκια μου. Είναι η ωραιότερη λουτρόπολις της Ελλάδος, και δυστυχώς η πιο παραμελημένη. Έχει θαυμάσια νερά στη θεραπευτική τους θερμοκρασία, ένα παλαιό παλάτι που είχε κτίσει ο Όθων και είχε μείνει ατελείωτο. Έχει αέρα δροσερό από το κανάλι κι είναι η μόνη λουτρόπολις στην Ελλάδα που το καλοκαίρι δεν ψήνεται ο άνθρωπος. Είχε θαυμάσια ακρογιάλια, φρούτα, ψάρια, γάλα κι ό,τι άλλο χρειάζεται. Κι όμως είναι το πιό λησμονημένο μέρος.Γύρισα στην Αθήνα, και σ’ ένα μήνα βρήκα τους καθηγητές, τύπωσα τους Κανονισμούς, έκαμα τις αναγκαίες δημοσιεύσεις και την 1ην Νοεμβρίου 1930 ετελέσαμεν τα εγκαίνια της Σχολής. Ήτο ένας μεγάλος θρίαμβος για μένα. Πρέπει εδώ να ευχαριστήσω και τους καλούς φίλους, οι οποίοι ως σύμβουλοι και μέλη της Εταιρείας «Εκπαιδευτική Αναγέννησις», εξ ονόματος της οποίας ενεργούσα, με ενίσχυσαν εις το έργον. Η συρροή των μαθητών ήτο αρκετά ενθαρρυντική, μα τα χρήματά μας όλα είχαν τελειώσει και η Σχολή για να βαστάξη, έως ότου πάρη την πρέπουσαν αναγνώρισι από την Πολιτείαν και την Κοινωνίαν είχε ανάγκη από κεφάλαια που εστερείτο. Από τις οικονομίες μου και την εργασίαν μου ως δικηγόρου είχα ακόμη ένα μικρό κεφάλαιο, που κατώρθωσα να περισώσω από τις ζημίες της «Μεταρρυθμίσεως», τις αβαρίες στα χρεώγραφα και τους αγώνες μου για τη Σχολή.Το ‘δωκα κι αυτό και κινδύνευα το είναι μου. Τα μαθήματα πήγαιναν καλά, μα το Ταμείο που αποτελείτο κυρίως από τις εισπράξεις των διδάκτρων δεν μπορούσε ν’ ανθέξη εις τα έξοδα παρ’ όλην την τσιγκουνιά μου, γιατί είμαι ο κατ’ εξοχήν τσιγκούνης στα εθνικά χρήματα και χάρις στην τσιγκουνιά μου αυτή κατόρθωσα να κρατήσω τη Σχολή. Ήμουνα και λίγο αρχιτέκτων, μηχανικός, επιστάτης, εργάτης, υπηρέτης. Έπαιρνα και τη σκούπα. Έτσι είχα κάμει και την Κυπριακή έκθεσι, κι έτσι με το αίμα μου έφτιαξα τη Σχολή. Ο Θεός μ’ ευλογούσε. Προσευχήθηκα να τελειώσω το έργον αυτό και ν’ αποθάνω μέσα, γιατί θεωρούσα μεγάλο πράγμα να φτιάσω ένα φυτώριον Αναγεννήσεως. Σε τούτο το μεταξύ είχεν αποθάνει ένας καλός Βολιώτης, ο Αλέξανδρος Πάντος, του οποίου ο πατέρας είχε κάμει τα λεφτά του στην Αίγυπτο κι ο οποίος είχε την ευτυχή έμπνευσι προαισθανόμενος τον θάνατό του, αν και πολύ νέος, να γράψη διαθήκη και ν’ αφήση όλην του την περιουσίαν για την ίδρυσι Σχολής Πολιτικών Επιστημών σαν εκείνη του Παρισιού που είχε σπουδάσει. Έκαμα τότε την μεγάλη μάχη, να πάρη η Εκπαιδευτική Αναγέννησις την κληρονομίαν, γιατί θα ήτο αδύνατον να γίνουν δύο Σχολές Πολιτικών Επιστημών. Έκαμα τρομερόν αγώνα. Κατώρθωσα να πείσω σε τούτο τον τότε Πρωθυπουργό -Ελευθέριο Βενιζέλο- εκτελεστή της διαθήκης, αν και απάντησα τρομερές αντιδράσεις μέχρι της παραδόσεως της κληρονομίας. Την ημέρα πού πήγα εις την Τράπεζα για να παραλάβω την περιουσίαν, το Ταμείον της Σχολής και το δικό μου δεν είχαν ούτε μία δεκάρα. Για να μη τα πολυλογούμε, αναγεννηθήκαμε. Ανέλαβα δίχως καμμία αμοιβή την εκκαθάρισι της κληρονομίας που ήταν πάνω-κάτω έξι έως επτά εκατομμύρια. Με αυτά κατωρθώσαμε να περατώσωμε το κτίριον της Σχολής και μέσα κι έξω, να προσθέσωμεν ένα όροφο, ν’ αγοράσωμεν όλα τα πέριξ οικόπεδα για μελλοντική ανάπτυξι και να τελέσωμε μεγαλοπρεπή εγκαίνια της Σχολής που προς τιμήν του μεγαλύτερου αυτής δωρητού ωνομάστηκε «ΠΑΝΤΕΙΟΣ».Είχα βάλει για την ίδρυσι και οργάνωσι της Σχολής αυτής όλην την ικανότητα και την αρετήν μου. Έπρεπε αυτό να είναι το τελευταίο μου έργον. Από το 1925 έως το 1930 εργάστηκα δίχως καμμία αμοιβή και δεν πήρα παρά τα αναγκαία έξοδα των ταξειδιών. Είχα προβλέψει στην ταράτσα ένα μικρό διαμέρισμα για το Διευθυντή, μα για να αποφύγω τες παρεξηγήσεις δεν το κατοίκησα εγώ. Μισθόν ώρισα από της ενάρξεως της λειτουργίας της Σχολής μόνον οκτώ χιλιάδες τον μήνα. Τίποτε δεν πήρα, ούτε για τους κόπους μου της οικοδομής, ούτε της εκκαθαρίσεως της κληρονομίας. Κάθε φορά καλούσα την Επιτροπή να εξελέγξη τες δαπάνες κι όταν τελείωσε το κτίριο, εκάλεσα το Υπουργείον της Παιδείας ν’ ασκήση έλεγχον της διαχειρίσεως και να παραλάβη το κτίριο, όπως έκανε για τα δημόσια Σχολεία. Όταν παραλάβαμεν την κληρονομίαν, κάναμε Σύμβασι με την Κυβέρνησι και εζήτησα επιμόνως απ’ αρχής να έχωμεν ένα αντιπρόσωπο του Κράτους, Ανώτερον Οικονομικόν υπάλληλον, διαρκή ελεγκτήν της διαχειρίσεως. Ήμουνα Διευθυντής από τη Σύμβασι με το Κράτος. Η Σχολή λειτούργησε σαν αγγλικό Κολλέγιο, με τάξι, αυστηρότητα, κι επιστήμη. Αφού τελείωσε το κτίριο κι επιπλώθηκε, μας περίσσευσε από το κληροδότημα ποσόν δυόμισυ περίπου εκατομμυρίων που έμεινε στην Τράπεζα σε τίτλους κι ένα σπίτι στο Βόλο. Είχαμε πληρώσει όλα τα χρέη μας και το ενυπόθηκο δάνειο της Κτηματικής. Αλλά το οικονομικό πρόβλημα της Σχολής δεν κατωρθώθηκε να λυθή ριζικά. Τα έσοδα ήσαν μικρότερα από τα έξοδα, τα όποια ηύξαναν. Για να φέρωμε το ισοζύγιον έπρεπε ή να πάρωμέν επιχορήγησι από το Κράτος ή ν’ αυξηθούν τα δίδακτρα και ο αριθμός των σπουδαστών. Γι’ αυτό μας χρειαζότανε κάποια αναγνώρισις της αξίας του Πτυχίου της Σχολής από την Πολιτείαν. Πολεμούσαμε γιατί είχαμε εναντίον μας και το Πανεπιστήμιον και κατόπιν και την Πολιτική. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να επιβάλωμε την Σχολή. Συνέδρια, διαλέξεις, εορτές. Έγινε ένα Συνέδριο και συνεζητήθηκε το ζήτημα της δικτατορίας και του κοινοβουλευτισμού, εις το οποίον υπεστήριξα, ότι μία εθνική δικτατορία εις εκτάκτους περιστάσεις είναι αναγκαία. Αι συζητήσεις του Συνεδρίου αυτού δημοσιεύθηκαν σε φυλλάδιο. Έγινε Συνέδριον για τα δικαιώματα της γυναίκας και ώρισα πώς εννοούσα -τον φεμινισμόν.Εξετάσαμεν όλα τα εθνικά ζητήματα. Στη Σχολή εδίδασκα την Σύγχρονο Πολιτικήν Ιστορίαν της Ελλάδος για να βγάλω τα αναγκαία συμπεράσματα για την πολιτική μόρφωσι των σπουδαστών. Εμόρφωσα ιδιαίτερο πρακτικό μάθημα περί Αγωγής και Παιδαγωγίας. Εφρόντισα να οργανώσω μάθημα για το γλωσσικό ζήτημα και ν’ αναπληρώσουμε τις ελλείψεις των γυμνασιακών σπουδών. Συγχρόνως καθοδηγούσα τες εργασίες τριών συμβουλίων, του συμβουλίου, το οποίον διηύθυνε τες σπουδές και της υπό την Προεδρίαν του Υπουργού της Παιδείας Επιτροπής που διηύθυνε τα οικονομικά, και του Συμβουλίου της Εκπαιδευτικής Αναγεννήσεως. Παρ’ όλην αυτήν την εργασίαν δεν είχα λησμονήσει την Κύπρο. Το 1931 είχανε γίνει εκεί ταραχές, ήμουνα δε εξ εκείνων πού στο ζήτημα αυτό υπήρξαν εναντίον. Δεν υπήρχε λόγος να γίνουν όσα έγιναν. Δεν μπορούσαν παρά να ‘ χουν κακά αποτελέσματα όπως και συνέβηκε. Το 1933 δημοσίευσα μία μελέτη για το Πολίτευμα πουχε ανάγκη η Κύπρος για να προοδεύση ως ελληνική νήσος υπό την προστασίαν της Αγγλίας. Η μελέτη αυτή γραμμένη ελληνικά και αγγλικά εκυκλοφόρησε στην Κύπρο, όπου έκτοτε πήγα πολλές φορές και προσπάθησα επισκεπτόμενος τους Άγγλους και συζητώντας μαζύ τους να κάμω κοινή συνείδησι Κυπρίων και Άγγλων την ιδέα για την οποίαν υπερμαχούσα στο φυλλάδιό μου. Είμαι δε βέβαιος πως μια μέρα εκεί θα βαδίσωμε.Στες αρχές του 1937 συνέβηκε απροσδόκητο για μένα γεγονός. Το Κράτος ανέλαβε την διεύθυνσιν της Σχολής και με απομάκρυνε!..Ίσως ήτανε καιρός ν’ αναπαυθώ. Η Σχολή μού έδωσε κάποια σύνταξι κι έτσι είμαι σήμερα πρώην δικηγόρος, πρώην βουλευτής, πρώην διευθυντής της «Μεταρρυθμίσεως», πρώην Διευθυντής της Παντείου Σχολής κ.λπ. Παραμένω όμως ο ιδρυτής της, εύχομαι δε η Σχολή να σταδιοδρομήση. Αυτή ήδη η αναγνώρισίς της από το Κράτος ως ισοτίμου με το Πανεπιστήμιον, είναι αναγνώρισις του έργου μου. Παραμένω μόνον εν ενεργεία Πρόεδρος της Εταιρείας Εκπαιδευτική Αναγέννησις, η οποία είναι υπερήφανος για το έργον που έκαμε και μπορεί να κατευθύνη αλλού την ενεργητικότητά της. Ένα ζήτημα για το οποίον μπορούμε να εργασθούμε είναι το ζήτημα το γλωσσικό και εκπαιδευτικό. Νομίζω πως είναι καιρός να δώσωμε την οριστική της μορφή στην αναρχουμένη μας γλώσσα. Έχομεν ανάγκη ν’ αποκτήσωμεν ενιαία γλώσσαν, αν θέλωμεν να δημιουργήσωμεν νέον πολιτισμόν. Είμεθα Έθνος, το μόνον, δίχως γλώσσα. Το χειμώνα του 1937 έκαμα μία μεγάλη διάλεξι για το ζήτημα στην Αρχαιολογικήν Εταιρείαν και εξέδωκα μίαν μελέτην στην οποίαν αναπτύσσω πώς εννοώ την “Εκπαιδευτική Μεταρρύθμισι”. Βάσις της Εκπαιδευτικής Μεταρρυθμίσεως, πού πρέπει να είναι η βάσις της Εθνικής Αναγεννήσεως, είναι η ενιαία γλώσσα και η παιδονομία. Ενιαία γλώσσα εννοώ την ομιλουμένην από την ανεπτυγμένην τάξιν, η οποία με την παραδοχήν των δημοτικών τύπων που δεν κατόρθωσε ν’ αλλάξη η καθαρεύουσα έγινε η κοινή ομιλουμένη όλων. Αλλ’ επειδή η κοινή αυτή έχει διαφόρους τύπους και γράφεται διαφορετικά από τον καθένα, πρέπει η Πολιτεία να καθιερώση μίαν γραμματικήν της ενιαίας αυτής γλώσσας και να την επιβάλη δια των Σχολείων εις όλην την εκπαίδευσι, ώστε να γίνη μια μέρα η νεώτερη γλώσσα του ελληνικού Έθνους, όπως έχουν όλα τα πολιτισμένα έθνη. Το ζήτημα είναι ώριμο για μια μεταρρυθμιστική Κυβέρνησι. Η συμβολή της Ακαδημίας θα ήτανε αναγκαία στο μεγάλο αυτό έργο. Παράξενα μας φάνησαν όσα είπε τελευταία ο νέος Πρόεδρος της Ακαδημίας, πώς δηλαδή η γλώσσα θα φτιαχτή μόνη της, ότι το ζήτημα δεν είναι καθ’ όλα ώριμο και οι Ακαδημαϊκοί διαφωνούν μεταξύ τους κ.λπ. Μα της Ακαδημίας ο προορισμός δεν είναι να βραβεύη τα λάχανα και τα κουνουπίδια, κύριος σκοπός είναι να δώση εις το Έθνος από το πλούσιο υλικό που έχομεν το οικοδόμημα της εθνικής, μας γλώσσης. Για το ζήτημα αυτό έκαμα διαλέξεις εις όλα τα μέρη του Ελληνισμού από την Κύπρο έως στην Αμερική. Το 1935 πήγα στην Κρήτη δια να επισκεφθώ την Κνωσσό και μίλησα στα Χανιά για το γλωσσικό ζήτημα. Ο μακαρίτης Βενιζέλος μου είπε πώς ήταν καθ’ όλα σύμφωνος μαζύ μου.Την καλλίτερη κριτική για τη μελέτη μου αυτή έκαμε ο Ακαδημαϊκός κ. Γρ. Ξενόπουλος στα Αθηναϊκά Νέα (Ιούνιος 1938) κι έκαμα μαζύ του στο φύλλο μια ευχάριστη συζήτησι για το ζήτημα. Η παιδονομία νομίζω πώς είναι απαραίτητη εις τα σχολεία μας για να περιορίση την διαφθοράν της νεολαίας. Μα αυτό που γίνεται δεν είναι πιά διαφθορά, είναι κατρακύλισμα της κοινωνίας μας στην άβυσσο της ακολασίας. Ήμαστε παλαιά μια αγνή κοινωνία και η αρετή που μας έσωσεν από τα κόμματα της πολιτικής αναρχίας ήτο κάποια αγνότης των ηθών. Αν και δεν είμαι απροσδιόνυσος και δεν θέλω να κάμω τον Άγιο Αντώνιο, φρονώ όμως, ότι η Πολιτεία πρέπει να ανακόψη το κύμα της ακολασίας αρχίζοντας από την νεαράν και μαθητική νεολαία. Δεν είναι μόνον ακολασία ηθών, μα γενικό ξετσίππωμα και έλλειψις κάθε σεβασμού προς ό,τι η ελληνική φυλή εσέβετο από παλαιά. Για το ζήτημα των ηθών έκαμα μεγάλες προσπάθειες και διαλέξεις και άρθρα έγραψα, μα αν βρήκα πολύν κόσμο να με καταλαβαίνη. για άλλα ζητήματα, εις αυτό βρήκα πολύ λίγους. Ίσως θα έπρεπε ν’ απευθυνθούμε στες μεσαίες τάξεις και στες Επαρχίες που αισθάνονται βαθύτερα το πράγμα.Να σας πω κι ένα μασκαραλίκι που έπαθα με την Ακαδημία. Είχα δει στις προκηρύξεις της πως βραβεύει εκτός από τα’ άλλα προϊόντα και την αρετή, και πως ήτανε επιφορτισμένη από έναν δωρητή ν’ απονείμη βραβείο 15 χιλιάδων δραχμών εις τον Έλληνα το γένος επιστήμονα «όστις δια των έργων του και της εν γένει δράσεώς του ήθελε συντελέσει εις την διάδοσιν των Πολιτικών Επιστημών εις την Ελλάδα». Ο δωρητής σα να με είχε υπ’ όψιν του. Υπέβαλα την σχετικήν αίτησι για το βραβείο του 1937. Είχα φύγει από την Σχολή και περίμενα το βραβείο αυτό ως μια παρηγοριά. Κανείς άλλος δεν ήτο υποψήφιος. Ήμουνα: βέβαιος πως εις εμένα θ’ απονέμετο το βραβείο. Λοιπόν, η Ακαδημία σώπασε. Κι όμως ήμουν ο Έλλην το γένος, επιστήμων, ο οποίος συστήσας, οργανώσας και διευθύνας επί έτη την Σχολήν των Πολιτικών Επιστημών ήμουνα ενδεδειγμένος για το βραβείο. Η προκήρυξις έλεγε «δια των έργων και της εν γένει δράσεως». Οι κριταί μου δεν μπορούσαν ν’ αρνηθούν τη δράσι, από την οποίαν βγήκε ένα Πανεπιστήμιο, αλλά βρήκαν φαίνεται πως εχρειάζετο και επιστημονική εργασία δηλ. πως δεν είχα γράψει σύγγραμμα επιστημονικό. Μα θα ήτο δύσκολο πράγμα και αντίθετο προς τη σκέψι του διαθέτου, να βρεθή δάσκαλος που να γράφη συγγράμματα σαν τους Σαρίπολους και συγχρόνως να φτιάχνη και Πανεπιστήμια. Πρόλαβα και τους εξήγησα πως η συγγραφή των Κανονισμών της λειτουργίας της Σχολής ήτο -πρώτης τάξεως επιστημονική εργασία, ώοτε υπήρχον και τα δύο προαπαιτούμενα. Άλλως τε είχα δημοσιεύσει και πολιτειακές μελέτες, ως το «Πολίτευμα της Κύπρου».Άρχισα πάλι σιγά-σιγά να εργάζωμαι, να φτειάνω ένα νέο βίο που είχα ξεχάσει τα δέκα τελευταία χρόνια που μου πήρε η δημιουργία της Σχολής. Στην Καλλιθέα είχα προ είκοσι χρόνων αγοράσει ένα περιβόλι κι είχα κτίσει ένα μικρό σπιτάκι, την «Καλύβα μου». Άρχισα να καλλιεργώ τα λάχανά μου και ελπίζω πώς η Ακαδημία θα τα βραβεύση καμμιά μέρα.
Ερμής & Αθηναΐς Φραγκούδη.
Μεγάλη φροντίδα μου δίδει η ανατροφή των τριών μου παιδιών. Ξέχασα να σας πω πως ως Καλλιθεάτης και από τους πρώτους οικιστές της Αγίας Ελεούσης έκαμα ό,τι μπορούσα για το χωριό μου. Ως βουλευτής έσωσα τα περιβόλια από την αρπαγή, συνετέλεσα εις τον ηλεκτροφωτισμόν του προαστείου και εις την οικοδομή του ωραιότερου στην Ελλάδα Δημοτικού Σχολείου που είναι στο λόφο της Αγίας Σωτήρας. Δέχτηκα να γίνω Πρόεδρος της Εφορίας του Σχολείου Αγίας Ελεούσης και έμεινα Πρόεδρος για κάμποσα χρόνια. Ήτο μεγάλη ευχαρίστησις για μένα να πηγαίνω συχνά στες τάξεις του Σχολείου και να μιλώ στους δασκάλους και στα παιδιά πρακτικά πράγματα, για την καθαριότητα, τη συμπεριφορά έξω από το Σχολείο. Πολλές φορές κάλεσα τους γονείς και τους έδινα συμβουλές. Ήμουνα ευτυχής μεταξύ των δύο Σχολείων μου γιατί ήξερα πως κάτι έκανα και στα δύο. Από την Εφορίαν όμως παραιτήθηκα εγκαίρως (Η ρυμοτομία της Καλλιθέας είναι κατόπιν προτεινομένου σχεδίου του Γεωργίου Φραγκούδη ).
Γλύτωσα από την νευρικότητα εκείνη που κατά τα τελευταία έτη μου έφερεν είδος νευρικής κρίσεως. Συνήλθα λιγάκι. Άρχισα να τακτοποιώ τ’ αρχεία μου. Αντί να πηγαίνω στην Κύθνο για λουτρά, το καλοκαίρι τώρα το περνώ στην Κύπρο. Με τους διάφορους αγώνες μου η μικρή μου περιουσία εμειώθη περισσότερο. Δεν έχω παρά την “Καλύβα μου” στην Καλλιθέα και το πατρογονικό μου σπίτι στην Κύπρο. Ζω από την σύνταξί μου σχεδόν. Στην Κύπρο κατά τα τελευταία έτη κατάγινα πολύ και με το ζήτημα της ρυμοτομίας των Κυπριακών πόλεων και με την ίδρυσι μιας λουτροπόλεως. Οι πόλεις της Κύπρου αναπτύχθησαν και καλλωπίσθησαν κατά να τελευταία έτη περισσότερο από τις πόλεις της Ελλάδος. Αλλά έμειναν πίσω εις το ζήτημα της ρυμοτομίας. Οι Δήμαρχοι της Κύπρου σαν να μη ήξεραν τί είναι ρυμοτομία και καταδίκασαν τες πόλεις της νήσου να μείνουν αιωνίως με στενά σοκάκια, δίχως πλατείες και λεωφόρους. Χάλασα τον κόσμο για να επιστήσω την προσοχή της Κυβερνήσεως και των Δήμων στο σπουδαίο αυτό ζήτημα των Κυπριακών πόλεων, έκαμα ένα συνέδριο όπου παρέστησαν οι δήμαρχοι και οι αντιπρόσωποι της Κυβερνήσεως και μίλησα και έγραψα συνεχή άρθρα στες εφημερίδες πως εννοούσα την ρυμοτομία σε κάθε πόλι της Κύπρου· ο αγώνας μου αυτός κάτι αποτέλεσμα έφερε. Άρχισαν τώρα να ομιλούν περί σχεδίου των πόλεων της Κύπρου.Ως προς τας λουτροπόλεις η Κύπρος έχει πολλές ιαματικές πηγές, αλλά καμμιά λουτρόπολι. Οι πάσχοντες πηγαίνουν στις πηγές, όπου το νερό κουβαλιέται με τα γαϊδούρια στα καζάνια και ζεσταίνεται. Επιβάλλεται να γίνη μία μικρή επιχείρησις για την ίδρυσι μιας λουτροπόλεως στα καλλίτερα νερά. Για τον σκοπόν αυτόν ίδρυσα μια εταιρεία, διέτρεξα κατά τα τελευταία δύο καλοκαίρια την Κύπρο με χημικούς, αναλύοντας τα διάφορα νερά και ελπίζω, ότι θα κατορθώσω γρήγορα να ιδρυθή η πρώτη κυπριακή λουτρόπολις.Αναφορικώς με τα Σχέδια Πόλεων, πολύ ασχολήθηκα και με το Σχέδιον των Αθηνών, για το οποίο έκαμα στον «Παρνασσό»μια διάλεξι προ 15 ετών ενώπιον των αντιπροσώπων της τότε Κυβερνήσεως και από τότε έως σήμερα πολλά ενήργησα και έγραψα για το ζήτημα.Το καλοκαίρι του 1936 πήγα από την Κύπρο στη Συρία για να δω τας προόδους της γειτονικής αυτής χώρας έπειτα από τη γαλλική διοίκησι. Ανέβηκα στον Λίβανο, γύρισα τις ωραίες του εξοχές πήγα έως την Δαμασκό και επέστρεψα από το Βερούτι. Στις εφημερίδες της Κύπρου δημοσίευσα Συγκριτική μελέτη των εξοχών του Λιβάνου και της Κύπρου. Τα βουνά της Κύπρου είναι ασυγκρίτως ωραιότερα από τα του Λιβάνου.Το συγγραφικό μου έργο διαιρείται εις το έργον, το οποίον εξεδόθη και εις τα ανέκδοτά μου έργα. Το σπουδαιότερο από τα ανέκδοτά μου έργα είναι η Ιστορία του συγχρόνου Ελληνισμού, την οποίαν γράφω μέρα με την ημέρα από το 1901. Προ διετίας επιχείρησα να κάμω έναρξι δημοσιεύσεως του έργου, ως παράρτημα εις ένα περιοδικό, το οποίον με τον τίτλο “Εθνική Αναγέννησις” εξέδωκα προ δύο ετών, αλλ’ εσταμάτησα. Το πρώτο φύλλο ήτο απλώς δοκιμαστικό. Προηγείτο πρόλογος, ο οποίος περιέχει όλες τις σκέψεις μου για την οργάνωσι της Πολιτείας. Από τ' άλλα ανέκδοτά μου έργα, θεωρώ αξία λόγου την Μελέτη μου για τον Μέγαν Αλέξανδρο, την οποίαν απήγγειλα εις την Πάντειον κατά τας προ τετραετίας εορτάς για τον Μέγαν Αλέξανδρον. Σκέπτομαι να την δημοσιεύσω γρήγορα γιατί μου εζητήθη από πολλά μέρη και νομίζω πώς θα είναι το καλλίτερο ανάγνωσμα για τη νεολαία.Τα δύο τελευταία χρόνια κατάγινα να γράψω και το βιβλίο αυτό, που μου 'δωκε όχι λίγο κόπο. Νόμισα καλό να προσθέσω στο τέλος και ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα όχι για να μιμηθώ τους μεγάλους άνδρες, αλλά ως μια εξιστόρησι της ζωής ενός περιέργου Έλληνα. Αν ήθελα να γράψω τα απομνημονεύματά μου, θα μπορούσα να γράψω πολλούς τόμους, και υποθέτω πως θα ήσαν αξιανάγνωστα, μάλιστα όσα θα 'γραφα για τα τελευταία χρόνια, όπου υπήρξα δρων πρόσωπον σ’ όλα τα συμβάντα.Καταγίνομαι να τακτοποιήσω τα Αρχεία μου, όπου με κάποια έκπληξι ανακάλυψα, πως είχα γράψει, κατά διάφορες εποχές, δράματα, ποιήματα, διηγήματα κ.λπ. Τα είχα σχεδόν ξεχάσει και ξαφνίστηκα συχνά με τα φαντάσματα που πηδούσαν από τα παλαιά χαρτιά μου.Θυμάμαι κάποιους στίχους μου μια νύκτα αναμονής στην Αλεξάνδρεια:
«Είναι μαρτύριο η ώρα αυτή,
Είναι αιώνες οι στιγμές που αναμένω,
Γιατί μ’ αργείς, ω γλυκοποθητή!
Δεν ξέρεις πως ποθώντάς σε, σιγοπεθαίνω;»

Πόσες φορές δεν την περίμενα σ’ όλα τα μέρη του κόσμου που σκόρπισα την καρδιά μου! Και τώρα! Τώρα δεν θα’ ρθη πιά! Τετέλεσται!...Κράτησα σε ιδιαίτερους φακέλλους όλα τα φύλλα των εφημερίδων που έγραψα μέσα, και χωριστά όσα γραφήκανε για μένα, υπέρ και κατά.Τώρα που δεν έχω επίσημη απασχόλησι κάθομαι κι εξετάζω τα περασμένα, θέλω πρώτα να κρίνω τον εαυτόν μου. Ως ρήτορας, ως πολιτικός, ως δημοσιογράφος, ως συγγραφεύς, νομίζω πως ό,τι είπα κι έγραψα ήταν αλήθεια, πως υπήρξα ένας τίμιος Έλλην και ένας άδολος μαχητής. Δεν απέτυχα σε τίποτα. Προφήτευσα πάντα όσα συνέβησαν, όχι γιατί είμαι μετά Χριστόν προφήτης, μα γιατί έχω το φιλοσοφικό πνεύμα να κρίνω από τα δεδομένα τα μέλλοντα να συμβούν. Αν δεν κατώρθωσα να επιβάλω τις ιδέες μου, ήτανε γιατί το Ρωμαίικο δεν παίρνει από Ιδέες. Μα η γνώμη μου κάθε φορά συνετέλεσε στο καλό. Δεν κατώρθωσα να γίνω πλούσιος. Όχι γιατί δεν μου δόθηκαν οι ευκαιρίες και άπειρες τύχες για ν’ αποκτήσω περιουσία, μα γιατί η ιδέα που με βασάνιζε ήταν αντίθετη προς την ιδέα του πλουτισμού. Αφήκα το Σουδάν όπου αν έμενα ακόμη ολίγα χρόνια θα ‘φευγα πλουσιώτατος. Δεν μετανοώ όμως. Δεν ωφελεί να μετανοιώνη κανένας για τα γενόμενα. Ό,τι έγινε, έγινε. Φρονώ μάλιστα .πως αν ξανάρχιζα τη ζωή, θα ‘κανα τα ίδια λάθη. Χωρίς λάθη δεν γίνονται έργα μεγάλα. Η κοινωνία προάγεται με τη θυσία των ατόμων. Τυχερός δεν υπήρξα. Ό,τι έκαμα το οφείλω στη μεγάλη μου δραστηριότητα. Καλλίτερα όμως να ‘χη κανείς περισσότερη τύχη, από αξία. Οι αρχαίοι έλεγαν: “δός μου μια σταλαγματιά τύχη κι ας μου λείπουνε πιθάρια από μυαλά”. Σε μας τους Έλληνες δεν ωφελεί η αξία. Δεν ξέρουμε τί είναι αξία. Θαυμάζομε μόνον εκείνους που επιτυγχάνουν ή είναι τυχεροί. Θαυμάζουμε τη δύναμι και τ’ αξιώματα.Δεν φρονώ όμως ότι πέρασα κακά τη ζωή μου. Υπήρξα ο μεγαλύτερος Έλλην ταξειδιώτης, πεζοπόρος και περιηγητής.Η ζωή μού έδωκε όλες τις χαρές της. Χάρηκα τη δόξα του λόγου, και του πλήθους τον θαυμασμόν.Στους αγώνες μου υπήρξα πάντα αισιόδοξος με στιγμές απαισιοδοξίας, και καταπτώσεως. Πολλές φορές μού ήρθε να τα πετάξω όλα και να ησυχάσω σε μια γωνιά της πατρίδας, μα η λιποψυχία λίγες φορές με κατανίκησε. Βασανίζομαι όλη τη νύκτα μεταξύ ελπίδας και απελπισίας, μα το πρωί πάντα χαιρετίζω τον ήλιο που ανατέλλει γεμάτος ενθουσιασμό. Μου αρκεί λίγη μουσική, η ανάγνωσις ενός καλού βιβλίου, ή από τον βίον ενός μεγάλου ανδρός για ν’ αναπτερώση τις δυνάμεις μου και να μου δώση θάρρος στον αγώνα της ζωής. Μπορεί η ζωή να είναι μάταιη, ο σκοπός της ζωής βρίσκεται στον αγώνα και στον προορισμό που τάσσει κάθε άνθρωπος τον εαυτό του, ή όπου η φύσις τον τάσσει. Ποια υπήρξε η κυρία γραμμή και η ιδέα που ωδηγούσε τη ζωή μου; Η θυσία μου για το καλό του Έθνους, η προσπάθειά μου για την Μεγάλην Ελλάδα. Εις όλους τους λόγους, εις όλα τα γραφόμενά μου η αυτή βασιλεύει ιδέα, πώς θα συντελούσα με το κήρυγμά μου στην Αναγέννησι της φυλής, στην οργάνωσι της Ελλάδος σε Πολιτείαν ευνομουμένην. Αν αποτυχία μου είναι πως δεν κατώρθωσα να επιβάλω το πρόσωπο και τις αρχές μου, αυτό μπορεί να μη είναι δική μου αποτυχία, αλλά του Έθνους μου. Κι αυτή είναι η συμφορά!..Δεν υπήρξα μικροφιλόδοξος. Η φιλοδοξία μου υπήρξεν απέραντη, αντίθετη προς την αντίληψι που έχουνε οι Ρωμηοί για τη δόξα. Αν έχω τώρα τη φιλοδοξία της υστεροφημίας, αυτό το θέλω για το Έθνος μου, για να μη πουν πως δεν υπήρξε ούτε ένας Ρωμηός που να μη τα σκέφθηκε και που να μη το ‘γραψε και που να μη τα είπε, αυτά που έγραψα και σκέφθηκα εγώ για όλα τα εθνικά μας πράγματα. Αν και ξέρω πολλά και από όλα, ένα πράγμα ξέρω καλλίτερα απ’ όλα, ότι δεν ξέρω τίποτα. Σ’ ό,τι θέλω να κάμω, ακούω και ρωτώ όλους και η ικανότητά μου είναι ότι κατόπιν ξέρω να δίνω την καλλίτερη λύσι.Η ζωή μου είναι σαν κουρδισμένο ρωλόΐ. Μια ώρα δεν χάνω. Και αυτή η ανάπαυσίς μου είναι κάποια απασχόλησις.Όταν κοιτάζω πίσω μου το έργο που έκανα με καταλαμβάνει θαυμασμός. Το οφείλω εις την ακατάβλητον θέλησί μου και εις την τάξιν και την μέθοδο που εργάζομαι. Μου άρεσε στην Αμερική ένα ρητό γραμμένο εις όλα τα δημόσια μέρη “Να γελάτε πάντα”. Το μειδίαμα αυτό ως σημείον εσωτερικής χαράς και αισιοδοξίας δεν μου ‘λειψε ποτέ.Ποτέ δε γράφω τους λόγους ή τες διαλέξεις μου, ούτε σημειώσεις δεν μπορώ να κρατώ. Οσάκις εδοκίμασα να διαβάσω, απέτυχα.Στη δίαιτά μου υπήρξα πάντα λιτός. Από εικοσαετίας τρώγω λίγο κρέας. Τρώγω πολύ απ’ όλα τ’ άλλα. Το πρωί σηκώνομαι πάντα πριν ανατείλη ο ήλιος. Ξενύκτια και καταχρήσεις δεν έκαμα ποτέ. Αγαπώ πολύ την χειρωνακτική εργασία. Δεν με μέλλει και να σκουπίσω και να σκαλίσω και να κάνω ο,τιδήποτε δουλειά στο σπίτι. Νομίζω πως ο άνθρωπος γεννήθηκε για να δουλεύη και πως δεν πρέπει η ανθρωπότης να διαιρήται σε δουλευτάδες και άεργους που να μη εγγίζουν το χέρι τους στη δουλειά. Τώρα με την ηλικία οι μεγάλες εκδρομές μου περιωρισθήκανε. Κάθε μέρα όμως κάνω μία έως δύο ώρες περίπατο και συχνά πορείες τριών μέχρι πέντε ωρών. Η χαρά μου είναι το καλοκαίρι να τρέχω στα γνώριμα βουνά της Κύπρου.Τις ψυχρολουσίες της νεότητός μου περιώρισα από πολλά χρόνια ένεκα της ελονοσίας κατ’ αρχάς, του αρθρητισμού κατόπιν. Τα τελευταία χρόνια κατάργησα σχεδόν και το κολύμπι από τις μεγάλες ηδονές της ζωής μου. Τις ημέρες που δεν κινούμαι κάνω πάντα σουηδική γυμναστική, 250 διάφορες κινήσεις. Την ώρα που εργάζομαι στον κήπο, που αναπαύομαι ή περιπατώ, σκέπτομαι πολύ. Το μυαλό μου δεν σταματά ποτέ. Κι αφού σκεφθώ πολύ, λαμβάνω τις αποφάσεις μου....Άξαφνα ήρθαν τα γεράματα!.. Απορώ πώς το ‘παθα!.. Στέκω και συλλογίζομαι αν ήτανε δυνατόν ν’ αναβάλω το κακό. Λοιπόν, αισθάνομαι ακόμη μεγάλες δυνάμεις σωματικές, πνευματικές, ηθικές και είμαι έτοιμος να δώσω μια τελευταία μάχη στη ζωή μου, τη μεγάλη μάχη! Οι Αρχαίοι έδιδαν στους γέροντες μεγάλη σημασία και τιμούσαν την σοφίαν των. Αυτοί ήσαν οι δικαστές και οι οδηγοί. Γιατί των ηλικιωμένων ανθρώπων η πείρα και σοφία, χρειάζεται περισσότερο στην Πολιτεία. Γεράματα δεν υπάρχουν για τους σοφούς ανθρώπους. Σοφοί δε είναι εκείνοι που ξέρουν να οδηγήσουν ένα Έθνος. Οι Αρχαίοι έλεγαν, ότι για να ευδαιμονήση η Πολιτεία, πρέπει να βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι, ή να φιλοσοφήσουν οι Βασιλείς.Ποτέ δεν φαντάστηκα πως μπορώ να μείνω άεργος 24 ώρες. Βλέποντας τα καφενεία γεμάτα από ανθρώπους νόμιζα πως εκεί μέσα θα ήσαν όλοι οι θαμώνες ευτυχισμένοι. Ποτέ δεν υπήρξα θαμώνας καφενείου και οσάκις μπήκα σε καφενέ νόμισα πως είχα ξεπέσει.Υπήρξα σ’ όλη μου τη ζωή ακούραστος εργάτης, ρήτωρ αληθινός, ενθουσιάσας το ακροατήριο με λόγια αληθινά. Εμίσησα τη δημαγωγία. Στα λεγόμενα και τα γραφόμενά μου υπήρξα σύντομος και περιεκτικός.
1937. Γεώργιος Φραγκούδης, η Σύζυγός του Σοφία και τα παιδιά τους Ερμής, Αθηναΐς και Ζωή.
Είχα σκοπόν να εορτάσω την 50ετηρίδα μου προ δύο χρόνων μέσα εις την Σχολήν. Αλλά τα πράγματα ήλθαν ανάποδα και αποφάσισα να εορτάσω την 50ετηρίδα του πολιτικού και δημοσιογραφικού μου βίου μαζί με τα 70 μου χρόνια. Τα λοιπά αναβάλλω για την 100ετηρίδα μου!...Κι όταν έλθη το πλήρωμα του χρόνου, επιθυμώ η κόνις μου ν’ αναπαυθή στο χώμα της Κύπρου, κοντά στα λείψανα των γονέων μου
Γ. Σ. Φ.
Ο Γεώργιος Σ. Φραγκούδης έσβησε αθόρυβα στον ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ... την 7η Αυγούστου του 1939· λένε από καρκίνο στο λαιμό!.. κατά τον γιό του Ερμή Γ. Φραγκούδη, από καφεδάκι!.. την εποχή εκείνη μέσα σε δύο μήνες... χάθηκαν από καφεδάκι 40 Πολιτικοί!.. (Πέθαιναν πολύ γρήγορα!..) Η κόρη του Αθηναΐς, σεβόμενη την τελευταίαν του επιθυμίαν μετέφερε τα οστά του το 1952 εις τον Οικογενειακόν τάφον των Φραγκούδηδων, όπου σήμερα αναπαύονται ο Ερμής και η μητέρα του Σοφία Φραγκούδη, η οποία απεβίωσε στις 16 Νοεμβρίου του 1976. 

Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΕΊΝΑΙ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ :Ιστορία και γενεαλογία της μεγάλης κυ¬πριακής οικογενείας Φραγκούδη, Αθήναι 1939