
Γράφει η
Άννα
Μαραγκού
Άννα
Μαραγκού
Και οι δυο συνότζαιροι και συνοδοιπόροι. Κουβαλούν καμιά πενηνταριά χρονάκια στη ράχη τους γεμάτα ιστορίες, ανδραγαθήματα, επαναστάσεις και περιπέτειες, και δεν παίρνουν τίποτα πίσω. Ο εις εκ Πάφου ορμώμενος, ο δε εξ Άρσους! Ο πρώτος από τη γη της μεγάλης Θεάς της επαφής, ο δεύτερος από την άσπρη γη του Στάφυλου και του Οινοπίωνα. Και οι δύο να ισορροπούν επικίνδυνα και προκλητικά σε τούτη τη Ντουπαϊκή περίοδο της ιστορίας μας! Και οι δύο να ανοίγουν διάπλατα τα σώψυχά τους που δεν κρύβονται με τίποτα. Ο Σιερεπεκλής στην ευθεία της τεθλασμένης, δηλαδή στην κατά μέτωπο σύγκρουση. Ο Κολώτας στη γλυκιά σαρκική επαφή του πωρόλιθου, να αγγίζει, να νιώθει και να πονά. Στο μήνα Φλεβάρη του 2009 και ο ένας και ο άλλος αποφάσισαν να δείξουν το έργο τους, το εσωτερικό και το εξωτερικό. Όσοι τους γνωρίζουν καλά, ξέρουν ότι και τα δύο είναι ταυτισμένα με τον εαυτό τους, όχι αυτόν που βλέπουμε καθημερινά, αλλά αυτόν που βιώνουν οι ίδιοι στις ευτυχισμένες τους στιγμές. Ο Σιερεπεκλής αράδιασε στο άσπρο φόντο της No Gallery, της πάλαι ποτέ Λευκωσίας, μια σειρά από τις πρόσφατες φωτογραφίες του. Μπαίνοντας στο χώρο αριστερά στοιχειοθέτησε τις αρχιτεκτονικές, αυτές που αναζητούσαν τις γραμμές «των οριζόντων», όπως λέει ο
Καββαδίας. Κάθετες, οριζόντιες, κυκλικές και κεκλιμένες όπως οι φωταγωγοί του, οξυκόρυφες όπως ο λόγος του. Ο κόσμος για τον καλλιτέχνη αποτελεί και αποτελείται από σύνθεση γραμμών, που οδηγούν σε ξέφωτα ή λαβυρίνθους. Χωρίς Αριάδνες και μίτους! Η μόνη εξάρτηση η αρχή και το πλαίσιο. Χωρίς πισωγυρίσματα, χωρίς ψευδαισθήσεις και οράματα, σταθερός, ενίοτε ευθυγραμμισμένος, ίσως και κυκλικός. Ή παίρνεις τη γραμμή σου ή αυτή σε εγκαταλείπει και χάνεται στο άπειρο. Κι όμως, η δεξιά πλευρά της έκθεσης, τα βουνά και τα χώματα, οι θάλασσες και οι σκουριασμένες μνήμες είχαν εκπλήξεις, συναίσθημα και θεληματικές παραπομπές στη φύση, στην ύλη και στο χρόνο... που όσο και να θέλει ο καλλιτέχνης να απομακρυνθεί από αυτές, εκείνες πεισματικά τον ακολουθούν και δεν τον εγκαταλείπουν. Όπως δεν εγκαταλείπουν οι πέτρες και οι προσόψεις, τα παράθυρα και τα ξω-πόρτια της Λεμεσού τον Κολώτα, που οδεύει και κοντοστέκεται ανασκαλίζοντας ερείπια και γνώσεις, όλα ανακατεμένα με συναισθήματα θλίψη, και καμπόση αρμύρα. «Οι πέτρες είναι πράμα δύσκολο κι ατίθασο! Κουβαλάνε μνήμες σκληρές, δε συχωράνε κι όποιος κιοτέψει στην ψυχή τον ενθυμούνται και δεν του χαρίζονται», γράφει στο βιβλίο του Μνήμες στην Πέτρα, ποίηση και φωτογραφίες μιας πόλης που έφυγε αλλά δεν ξεχάστηκε. Ο Κολώτας και η Λεμεσός είναι ένα, μου θυμίζουν λίγο την αγάπη και τη γνώση του μοναδικού Πλούτη Σέρβα. Η Λεμεσός παράγει κόσμο με ουσία αλλά και με σθένος, σε αντίθεση με τους Χωραΐτες, που πάνε με τον άνεμο και την καταχνιά! Η Λεμεσός βγάζει ανθρώπους που είναι δεμένοι με τον τόπο όχι μόνο στα σώψυχά τους, αλλά και στις πράξεις τους, δεν είναι τυχαίο που ο Σώζος ήταν Λεμεσιανός! Περπατά ο Κολώτας στη σημερινή του πόλη και την ρουφά, όπως το καφεδάκι του. Είναι σαρκική η επαφή του Κολώτα με τη Λεμεσό, δεν είναι παίξε γέλασε. Δύο άνθρωποι, δύο κόσμοι διαφορετικοί και τόσο όμοιοι. Κοινός παρονομαστής και των δυο η παρουσία τους στα πράγματα, το πέρασμα από τη ζωή δεν είναι ούτε ανούσιο, ούτε άχρωμο. Είναι μια κατάθεση έργου, πόνου και στάσης ζωής. Μια συνεχής κυοφορία κόντρα στους ανέμους και τις θύελλες, την απραξία και την αφασία. Τους χαιρετίζω αμφότερους, τους εύχομαι καλό κουράγιο για τα μελλοντικά τους ταξίδια στο χώρο και το χρόνο. Ο τόπος τους χρειάζεται.
Από την κυριακάτικη στήλη της Άννας "ΑΦΑΝΕΡΩΤΑ " στην εφημερίδα Πολίτης. Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009