Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ποίηση μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ποίηση μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Ερωτικός κατ όνομα

Τη δόξα και την δύναμη του αυτοκράτορα του ζήλεψε
ο δούκας άρχοντας της Κύπρου, Θεόφιλος ο Ερωτικός,

που τη φήμη του έκανε επώνυμο,

εν έτει σωτηρίω 1042 από Χριστού γεννήσεως

και 712 από της Νέας Ρώμης κτήσεως.

Μα στο αίμα το κίνημα του πνίγηκε

παίρνοντας στο λαιμό του, φτωχούς και εξαθλιωμένους,

τους κύπριους που τον ακλούθησαν.

Ο Κωνσταντίνος ο Χαγέ πεμπάμενος του Αυτοκράτορα,

στην Πόλη την Βασιλεύουσα σιδηροδέσμιο και εξευτελισμένο

τον μεταφέρει.

Όμως ο εξευτελισμός του ετούτος

αρκετός δεν φάνηκε στον Αυτοκράτορα τον Κωνσταντίνο τον Μονομάχο.

Παράδειγμα έπρεπε να γίνει

για όσους στην βυζαντινή του επικράτεια

έκαναν τέτοιες σκέψεις πονηρές.

Μια διαπόμπευση του άξιζε προτού την κεφαλή του πάρει

ανάλογη κι αντάξια της φήμης και τ ονόματος του!

Με γυναικεία ενδύματα τον έντυσε

και στον Ιππόδρομο τα πλήθη μάζεψε για να τον γιουχαΐσουν.

Τόσο πληγώθηκε η φήμη του Ερωτικού, κατ όνομα μονάχα πλέον,

που, αν προλάβαινε προτού την κεφαλή του πάρουν,

θ αυτοκτονούσε έντιμα μα προ παντός αντρίκια.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Δυνατό κρασί

«Ο αγαπητός είναι για μένα σαν βότρυς της Κύπρου στον αμπελώνα του Εγκαδί»
Σολομώντα «Άσμα Ασμάτων»
Τα δυνατά κρασιά του τόπου
εκεί κατά το Εγκαδί,
δίπλα στης Νεμεσού την πόλη,
πως δυνατές και ηδονικές επιθυμιές τους φέρνουν,
ρέποντας έτσι μες στης ακολασίας τη ζωή.
Φυγόπονοι, οκνηροί, οινόφλυγες, φιλήδονες,
ερωτομανείς και πόρνοι γινωμένοι
ιερουργούντες με ιέρεια την θεότητα την Μέθη,
του Διόνυσου εξέχουσα συνοδό
και πως τα μεθύσια τους με τους Σάτυρους,
του Διόνυσου και της Νικαίας άξια παιδιά, τον Οίνο ,τον Οινοπίοντα, τον Άκρατο, τον Άμπελο ,
τον Ηδύοινο , τον Κώμο, και τον Μόλπο τελετουργούν.
Έτσι έλεγε ο ευσεβής του Σαχέν της Βεστφαλίας ιερεύς, ο Λούντορφ[1]
για του φτωχούς Κυπρίους,
που μες την εξαθλίωση που έφερναν οι κάθε λογής κατακτητές
και ευγενείς Δεσπότες τους,
με τη ψυχή και το κορμί γεμάτα οδύνη αντί για ηδονή
μες το κρασί τους βούταγαν λίγο ξερό ψωμί, άμα το είχαν,
μήπως κι επιβιώσουν!

Τίτος Κολώτας
4 Δεκεμβρίου 2009

[1] Επισκέπτης της Κύπρου 1336-1341επί Λουζινιανών

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Δαίμονες και δαιμονικά



Με τον τρόπο του Καβάφη
Προς τις σεξουαλικές απολαύσεις πως τάχα ρέπουμε
έλεγε του Όλτεμπουργκ ο κόμης ο τρανός της Ιγγλιτέρας,
ο Ουίλμπραντ,
των Αγίων Τόπων πριν οκτακόσια χρόνια ευσεβής προσκυνητής.
Ως γνήσιοι καθώς έγραφε, της Κύπριδος απόγονοι.
Κι ακόμα πως τρόπους δεν έχουμε, ντυνόμαστε κουρέλια
και πώς τάχα οι παρθένες μας
εξαπατούνταν από δαιμονικά και πως δαιμονάκια γεννούσανε
που κατατρέχανε τους άμοιρους κατοίκους του νησιού.
Είπε κι άλλα πολλά
ο φλεγματικός κι ευγενικός της Εσπερίας κόμης.
Μόνο που ξέχασε πως ο φοβερός και τρομερός του βασιλιάς,
που είχε καθώς πιστεύανε, του λιονταριού καρδιά,
λίγα μονάχα χρόνια πριν τα πει, ήρθε εδώ,
μας κούρσεψε, τα πάντα λεηλάτησε
και οι φλεγματικοί παλικαράδες του βίασαν τις παρθένες μας
όχι ως δαιμονικά μας ως δαίμονες αληθινοί!

Τίτος Κολώτας, 7 Νοεμβρίου 2009

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009

Το σημείωμα στον Μάριο και το διασκευασμένο ποίημα

«Μάριε μου,
«Κάπως»… καθυστερημένα σου στέλλω μια παραλλαγή του αρχικού ποιήματος για τη Λεμεσό.
Δεν ξέρω πόσο κατάλληλο είναι για μελοποίηση, μια και εξέφρασες μια τέτοια πρόθεση.
Περιμένω παρατηρήσεις σου για πιθανές αλλαγές και περαιτέρω βελτιώσεις.
Εύχομαι να είσαι πάντα καλά.
Απρίλης 2007»


Λεμεσός, γεύσεις από άλλες εποχές
Στους Μάριο Τόκα και Νίκο Ζάμπογλου, τους αυθεντικούς και αθεράπευτα λεμεσιανούςΛεμεσός αγαπημένη!
Στα καλοκαιρινά σου δειλινά
μνήμες που πληγώνουν.
Τον παρεπιδημούντα και «ενοχλούντα» μεγάλο ποιητή
εις Ίδρυμα για να τελευτήσει εν ειρήνη, απηλλάγησαν.
Γι αυτό και ο αυτόχθων μέτοικος του λόγου ο τεχνίτης
Σε φιλοφρόνησε υπερβαλλόντως όντως,
ως « των αστόχαστων η πόλη».
Μέσα στα στενά σου τα δρομάκια οι δυο «τρελοί» σου
αγκαλιάζονται παίζοντας σαν τα μικρά παιδιά
απάντηση στο μύθο για έχθρα των φυλών.
Έτσι μες στις πολλές μας αντιφάσεις και σε μύθους
βιώνει και βιώνεται η πόλη ετούτη.
Τρελή και άναρχη.
Μάγισσες κάποτε της Συκαμινιάς και της Πλατείας της Κουνναπιάς
Μες στα βαθειά μεσάνυχτα καταμεσής του δρόμου
γυμνές τρομοκρατούσανε μειράκια και αφελείς κυράδες .
Μες στα σοκάκια του Ζιγκ-Ζάγκ και των Κεσογλουδιών
νέοι την παρθενιά τους σε οίκους ανοχής εναποθέτουν
με πόρνες πρώην δούλες των άλλων, των «καθώς πρέπει οίκων».
Μητέρες αυτές μπάσταρδων παιδιών
των κραταιών και καθώς πρέπει ερίτιμων και σεβαστών τους αφεντάδων.
Και της πόλης οι πανθομολογουμένως όμορφες κόρες;
Δέσποινες εκείνες ακριβές παρθένες μες τα χρυσά τους κάστρα!
Να φαντασιώνουν μονάχα να μπορούν.
Πρέπει να περιμένουν…
Σε παρθενικό κουτί
την ηθική τους διπλοαμπαρωμένη να παραδώσουν «εις γάμου κοινωνία».
Σε κοινωνία ηθική που όλο μονόδρομα οδεύει.
Αριστοκράτισσες κυράδες
απ’ τα Παρίσια φέρνανε μουσελίνες λαμπερές.
Απ’ τα κεφάλια των ανδρών φύγανε τα φέσια
κι έβαλαν παρισινά ψαθάκια.
Έτσι να μοιάζουνε σχεδόν στους άγγλους τους φλεγματικούς και νέους αφεντάδες.
Με παραμύθια κι όνειρα τρεφόταν πάντοτε τούτη η πόλη!
Λεμεσός μου, λατρεμένη πόλη των άλλων εποχών
Στα υγρά ειδυλλιακά καλοκαιρινά σου δειλινά
ιστορίες ατέλειωτες σημείων και τεράτων.
Και μνήμες που πληγώνουν.
Όμως στης Λεμεσού την πόλη υπήρχανε κι αθώοι
που τον θάνατο μετρούν,
κι ο θάνατος ήταν το μέτρο:
«Memento mori» διαλαλεί
ο αιθεροβάμων στοχαστής των μεταφυσικών
και «carpe diem».
Ταξιδευτής αυτός από άλλους κόσμους,
της ψυχροτάτης και φλεγματικής της γης της Εσπερίας
σ’ τούτη την πόλη την μικρή την αντιφατική
μα έξοχα ωραία!.
Λεμεσός μου, πόλη αγαπημένη,
με ταξίδια του μυαλού μόνο σε μνήμες πάω
Που κάποτε πονάνε μα πάντοτε σε νοσταλγίες με οδηγούν.

Σάββατο 24 Μαΐου 2008

Νυχτερινό παραλήρημα

Λυπάμαι που δεν είμαι πια παιδί να κάνω όνειρα.
Τις συστολές μου μέσα τους να εκπορθώ.
Που δεν είμαι πια τρελός για να κρατώ μακριά
όσους τις σκέψεις μου πολιορκούν
για να σε βρουν να σε περικυκλώσουν.
Με τρομάζει η τυραννία των λέξεων
Σε τούτους τους απειρόκαλους στίχους
Γδύνομαι τη λογική για να σ’ υμνήσω.
Οι ρυτίδες του κορμιού, μού αφήνουν τη ψυχή αρυτίδωτη
Ξεγλιστρώ αόρατος σε αδιόρατες και ευτελείς σκέψεις.
Ευτελίζομαι άρα υπάρχω.
Παλίρροιες πάλι οι πόθοι μου για σένα
σαν αλλόκοτες ανερούσες έρχονται.
Καραδοκώ άυπνος μέχρι την άκρη της νύχτας
Να ρθω να σ ανταμώσω.
Απέλπιδα ελπίδα σαν στύση αποδημητική
Απλές ασκήσεις ευτελισμού είπαμε...
Λάγνα η επιθυμία στο ανέσπερο κορμί σου.
Διάττουσες αναλάμψεις σε φθίνοντες ρυθμούς
Η γλυκιά μαρμαρυγή προμήνυμα θανάτου.
Πόθοι διάτρητοι από κατακλυσμούς λέξεων χωρίς ουσία
Χωρίς έστω ένα κύκνειο οργασμό.
Άσε με τουλάχιστον να κοιμηθώ μήπως σ ονειρευτώ.
Τα σώματα γεννούνε μόνο αισθήσεις
τα όνειρα γεννούνε αναμνήσεις σε χαίνουσα ψυχή
κι είναι υπόθεση αυστηρώς προσωπική.

Σάββατο 18 Αυγούστου 2007

Λεμεσός, γεύσεις από άλλες εποχές




Λεμεσός, γεύσεις από άλλες εποχές

Στους Νίκο Ζάμπογλου και Μάριο Τόκα τους αυθεντικούς και αθεράπευτα λεμεσιανούς

Λεμεσός αγαπημένη!
Στα καλοκαιρινά σου δειλινά οι μνήμες σου πληγώνουν.
Οι δυο «τρελοί» σου αγκαλιάζονται και παίζουν σαν τα μικρά παιδιά
σβήνοντας έτσι τους μύθους στη διαφυλετική την έχθρα.
Εκείνων και δική μας.
Ούτω πως μέσα στις αντιφάσεις και τους μύθους
βιώνει και βιώνεται τούτη η πόλη
η τρελή και άναρχη, μα πάντοτε ωραία!

Τον παρεπιδημούντα και «ενοχλούντα» ποιητή
εις Ίδρυμα απηλλάγησαν «εν ειρήνη» για να ψοφήσει.
Όμως , ο αυτόχθων μέτοικος δικός σου ποιητής
-υπερβαλλόντως όντως- εν βρασμώ ψυχής σε φιλοφρόνησε
ως «πόλη των χυδαίων» μα «και των αστόχαστων» την πόλη.

Μυστηριώδεις μάγισσες της Συκαμινιάς και της Πλατείας της Κουνναπιάς
μες τα βαθειά μεσάνυχτα καταμεσής του δρόμου
γυμνές τρομοκρατούν μειράκια και αφελείς κυράδες .

Μες τα σοκάκια του Ζιγκ-Ζάγκ και των Κεσογλουδιών
Νέοι την παρθενιά τους ακουμπούν,
σε πόρνες πρώην δούλες των καθώς πρέπει Οίκων σου.
Μητέρες μπάσταρδων παιδιών
των κραταιών και των σεβάσμιων αφεντάδων.

Και οι πανθομολογουμένως όμορφες κόρες της πόλης;
Δέσποινες αυτές νύμφες παρθένες ακριβές μες τα χρυσά τους κάστρα!
Φαντασιώνοντας μόνο να μπορούν.
Πρέπει να περιμένουν…
Σε αγνό αιδοιακό κουτί
και ζώνες παρθενίας η ηθική τους διπλοκλειδωμένη
Σε «καθώς πρέπει κοινωνία» που μονόδρομα οδεύει.

Μιαν απ αυτές ρωτεύτηκε
κι ο ερωτύλος διεθνής και περιβόητος έμπορος του θανάτου
που εδώ τα πρώτα και δοξασμένα έκανε βήματα του.
Μα της «ηθικής» το μένος σου τον έκανε να φύγει νύκτωρ επί τροχάδην!

Αριστοκράτισσες κυρές
φέρνανε απ τα Παρίσια μουσελίνες λαμπερές
κι απ’ τα κεφάλια των ανδρών εφύγανε τα φέσια.
Έβαλαν ψάθινα καπέλα αγγλικά.
Έτσι να μοιάζουνε –σχεδόν- στους άγγλους τους φλεγματικούς και νέους τους αφεντάδες.

Με άμαξα λαντό του τύπου «Βικτωρούδα»
στους δρόμους σου επεριδιάβαζε η περίτρανη περικαλλής Κυρία
δεικνύοντας με στόμφο τα αραχνοΰφαντα ψωνίσματα
που πρώτη έφερε αυτή απ τα Παρίσια.
Μακρυμάνικα. Μεταξωτά.
Να κρύβουνε τα τρυπημένα των παθών της χέρια...
Όμως το μυστικό, κοινό, σαν ψίθυρος πιο γρήγορα απ την άμαξα της
τρέχει κι απλώνεται στην πόλη.
Ο πάμπλουτος συμβίος της
ν’ αδυνατεί όσα και να σκορπίζει
απ τα πλούτη του, τα στόματα τους να στομώσει να μην μιλούν...
Εικόνες της κοινωνίας σου κι αυτές.

Με παραμύθια κι όνειρα μεγαλοπρέπειας
τρεφότανε τότε ετούτη η πόλη!

Λεμεσός μου λατρεμένη πόλη των άλλων εποχών
Στα υγρά ειδυλλιακά καλοκαιρινά σου δειλινά
ιστορίες ατέλειωτες για τέρατα και σημεία.
Και μνήμες που πληγώνουν.

Στης Λεμεσού τη πόλη υπάρχουνε όμως κι αθώοι
Μα αυτοί μετρούν τον θάνατο κι ο θάνατος είναι το μέτρο:
«memento mori»
διαλαλούσε ο αιθεροβάμων στοχαστής
που ερχότανε από άλλους κόσμους,
της ψυχροτάτης και φλεγματικής της γης της Εσπερίας
σ’ τούτη την πόλη την μικρή την αντιφατική
-καθόλου μεταφυσική- μα έξοχα ωραία!.

Λεμεσός μου πόλη αγαπημένη,
με τα ταξίδια του μυαλού μόνο σε μνήμες πάω.
Που κάποτε πονάν μα πάντοτε περήφανα σε νοσταλγίες με οδηγούν.
.

Σεπτέμβρης του 2007

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2007

Όπως την Άννα Κομνηνή

Τις νύχτες δίνω μάχες για να σε διώξω
από κει που βασιλεύουν
οι δίδυμοι γιοι της Ολυμπίας θεάς της Νύκτας,
ο Ύπνος κι ο Θάνατος

Κρεμάζω κουρτίνες από άλλες ζωές μη και σε ξεγελάσω.
Κόβω τ’ ονείρου τα φτερά μη και πετάξει πάλι
στον ύπνο μου απρόσκλητο να ρθει.
Γυρίζω ανάποδα το φως, βάφοντας το σκοτάδι χρώματα.

Οι πεισιθάνατες εμμονές σου
σε πιθυμιές ερωτικές και πάθους συνευρέσεις
με τρομάζουν.
Τον θάνατο σαν νεκρικό πουκάμισο αρνούμαι να φορέσω.
Αναπλάθω στη ματιά αμυδρές ελπίδες λύτρωσης.

Μάχομαι το έρεβος της νύχτας
εκεί που ανηλεώς σαδιστικά βασίλευες κι εσύ μαζί τους.
Λίγη ανάσα για να πάρω από τη βασανιστική παρουσία
μιας αγάπης γεμάτης μαύρη μοναξιά χωρίς διέξοδο.

Όπως την Άννα Κομνηνή που - κατά τον αλεξανδρινό-
με οδύνη “μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής”
καιγότανε σαν μόνη έμεινε,
έτσι κι εγώ τρέμω μη συνηθίσω τούτη τη μοναξιά.

Μα πως αλλιώς αφού η μοναξιά αλύπητα συντρίβει,
κι εσύ δίχως οίκτο επιμένεις να με τυραννάς;
«όλα εδώ πληρώνονται» να λες εσύ
κι εγώ « Ίλεως ίλεως γενού»!